Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012














Θα ‘ταν στον ύπνο μου που είδα την Αγία Φωτεινή να βάφει κόκκινα τα νύχια της και να λύνει τα μαλλιά της. Ήταν όμορφη. Την αφήσαμε πίσω στον ναό και πιαστήκαμε χέρι-χέρι, να βαδίσουμε την Izmir. Όπως προχωρούσαμε από τα Γυαλάδικα στο Φραγκομαχαλά, σταμάτησες και μου έδειξες την παλάμη σου σκισμένη. Από μέσα έρρεε λάβα το σκοτάδι μέχρι που φάνηκε το ανάκτορο- τοπίο χαραγμένο κάτω από το δέρμα. Δεν τρόμαξα. Τι ωφελούσε…Στα Τράσα και στη Μπέλα Βίστα, ένα ρημαγμένο οικόπεδο προμήνυσε την πυρίκαυστη κάθοδο. Την αυταπάτη μιας μέλισσας. Βρόμισαν τα φύλλα και τα λουλούδια. Κάτι συθέμελο που κοντεύει η νύχτα του. Από κάτω πουλί και η αναρχία της λάσπης βρόμισαν και τα κρανία αλλά ο άγγελος φτεροκόπησε ανάμεσα Σχοινάδικα και Κερασοχώρι, δείχνοντάς μας το δρόμο. Τα μπεζεστένια είχαν ακόμη το σκέπαστρό τους και στα Κονάκια, ληθαργικά τριαντάφυλλα στράγγιζαν το νερό των κάκτων. Δεν ωφελεί. Ανάβει κάθε στιγμή ο πετεινός το εκμαγείο σ’ ένα ανάστημα τυραννικό. Δώρο μια νεκρή γλώσσα. Και ποια έρημος ποια, μετουσιώνει τα τριαντάφυλλα σε προδοτικό μύθο. Κοντεύει η νύχτα του. Πιο κάτω, στο βουλεβάρτο Αλιότι, προς στο σταθμό των τρένων- ποιοι να ‘ναι αυτοί στην αγορά… Αδειάζουν λαγήνια με αμφιλεγόμενα οξέα στον ίσκιο της προκυμαίας. Μην ανησυχείς Αδάμ. Περιστρέφεται αργόσυρτα στο αδράχτι η απουσία. Κάποιο από τα βαποράκια μετέφερε σκαντζόχοιρους που ανοιγόκλειναν τα αγκάθια τους, όπως ανοιγοκλείνει τα πέπλα της μια αμάραντη παπαρούνα. Μαύρα κι ατσάλινα σαν γρανάζια. Μπορούσα να σχηματίσω. Να σημάνω. Να τυφλωθώ. Μπορούσα να φονεύσω σε μια καθαρή κάμαρα. Αλλά ποιος έρχεται να δει στη θέση μου τέτοιους εφιάλτες… Με αναδόχους, μοίρες που πάγωσαν, πιέζοντας, καμένους ζώντες σε χλομά σεντόνια. Μανιασμένες σαν διψασμένοι βρικόλακες. Με κάρφωναν στο γάντζο. Μέρα τη μέρα. Νύχτα τη νύχτα κοντεύει κι η δική του. Κι ύστερα άρχισαν να βροντάνε καμπάνες. Από τον ουρανό, από τη θάλασσα, σήμαντρα χθόνια από τα έγκατα της γης. Ξέσπασαν φωτιές. Μας κύκλωσαν.  Άφησες το χέρι μου ξαφνικά κι έτρεχες, έτρεχες προς τα πίσω. Προς το ναό. Τίποτα άλλο δεν θυμάμαι. Το κερί ενός επιταφίου. Το δέντρο ενός Πάσχα. Πατημασιά της Αγίας Φωτεινής.




στον ποιητή Γιάννη Στίγκα





* Τράνζιτο δωματίου (υπό έκδοση)