Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

Νύχτα μαγικιά











Χθες βράδυ που χάσαμε τα κλειδιά, που αφού τα χάσαμε, τα χάσαμε όλα, όπως είπες, συνειδητοποίησα ότι με είχες μέσα σου καιρό και κοιταζόσουν στο κορμί μου. Το δικό σου, ανάσαινε, σιωπούσε, μα τις περισσότερες φορές γινόταν μια χοάνη από μαλακό γυαλί, άγνωστο πώς, και με τράβαγε. Πέταλο πέταλο. Βιαζόσουν κι εσύ, όπως τόσοι άλλοι, να στριμωχτείς σε μια «νύχτα μαγικιά», στα δεμάτια μιας μνήμης που δεν ήξερες πως ήταν άσχημη και παράδοξη. Ο βίος μπήκε σε κάδρο για να παιχτεί το «ποτέ μαζί»… καθαγιασμένη τραγωδία χωρίς πρωταγωνιστές, στα συντρίμμια του ναού. Ξεροί λίθοι στηρίζουν την άδεια σκηνή. Τα αναθήματα οξειδώνονται λίγο λίγο. Και τι κρίμα λέω…τι κρίμα που άλλοτε παντοδύναμοι ψάλτες, σπαράζουν τώρα ανάμεσα στα ερείπια. Ανάμεσα στα πέτρινα κύματα γίνονται κι αυτοί πέτρες. Ναυαγοί και ναυαγοσώστες ένα και το αυτό. Το ξέρω και το βλέπεις. Δεν μπορώ να γράψω πια. Το πλησίον του συγκεκριμένου γράμματος μ’ εξουσιάζει τόσο ώστε να απομακρύνομαι από την ιδιότητα- αθέλητα την αποποιούμαι- και να υποδέχομαι την ύπαρξη περισσότερο ως σάρκα. Η ατραξιόν της ύλης. Μπελάδες…τι να σου πω…Προσομοιώσεις εντυπωσιακών στοιχημάτων με προθέσεις- αν όχι και συνέπεια-κασκαντέρ. Μην πιστέψεις πως δεν καταλαβαίνω. Αλλά δεν συναρπάζομαι. Κάνε με να γράψω λοιπόν. Ή να τραγουδήσω. Κι αν είναι να χαμογελάσεις κρυφά με το φόβο μου, με τούτη την αγωνία που εκδηλώνεται αδιακρίτως μέρα και νύχτα- αγριότερη η νυχτερινή- μη διστάσεις. Αλλά κάνε με να γράψω. Σ’ αφήνω τώρα. Για να διαψεύσω το ποίημα. Ψάξε σκουληκάκια στον κήπο γιατί η επόμενη κίνηση είναι χαρακίρι. Γίνε στυλίτης στη Σούγια ή πες με γελοία. Είναι το μόνο που με παρηγορεί λίγο. Φυσάει. Κοίτα το τσιγάρο μου. Τελειώνει συντομότερα.