Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Φύσα φύσα...






Και τι άλλο, και τι δύο? Ρώταγε η Άλις μπουσουλώντας μέσα στη βαλίτσα.
Το άλλο… τρελό, σκόρπισε και έγραφε μόνο του, ρευστό. Χύθηκε όλο και πού δεν έγραψε! Τέλειωσε η μπαταρία, κάηκε η ροδιά. Τι γράμματα και τι πείνες. Πρώτη φορά έβλεπε να σνιφάρει κάποιος μελάνι με τέτοια μανία. Άσε μας ρε, με τα γκροτέσκο πια. Οι φυλακές για τα εξ αμελείας και οι σελίδες για τα προ μελέτης. Μαλακισμένα φανταράκια της βαρεμάρας. Η μονοτονία είναι τόσο εξοντωτική όσο κάποιος που βιώνει καθυστερημένα τα θαύματα της αργίας του. Το ρυμουλκό μπατάρισε από το τσιμεντένιο αφόδευμα που έσερνε. Κι όλο ρωτούσε αυτό, μπουσουλώντας. Μικρό- μικρό αλλά θαυματουργό. Αν έχω δει τριαντάφυλλο- λέει- να ανθίζει αγκάθια, μετά τα μεσάνυχτα. Πώς…πώς…έχω δει. Έπιασε και το μολύβι, κάποτε, με το αριστερό κι άρχισε να γράφει. Για κακή μας τύχη. Κάποια γραμμένα απολιθώθηκαν και τα έχουν τώρα εκθέματα για χρήστες της μπράιγ. Από τα φαγωμένα του, καταλαβαίνει κανείς τι θα γράψει. Η πρώτη και η τελευταία λέξη που είπα ψηλαφώντας, ήταν Νίτσε. Μετά από λίγο ξέχασα τα πάντα. Τα αρπακτικά τα μάτια, τα πράσινα τα δόντια, τα σαγόνια που ανεβοκατέβαιναν σαν δαγκάνες υπερφυσικής τανάλιας. Φύσα φύσα όλο και κάτι σβήνεται. Ανακουφίστηκα που βρήκε τα παγοπέδιλα στη θέση τους κι έτσι αποφάσισε μια εμπειρία άφιλτρου καπνίσματος. Όταν βγήκε από το θάλαμο ήταν ορατό πια. Διάτρητο ως σουρωτήριον. Επιπλέον, η διήθηση είχε καλά αποτελέσματα, εφόσον στην πραγματικότητα, δυο τρία κείμενα ήταν γραμμένα για κείνο. Η επαφή τους γέρασε απότομα, μετά από το βράδυ κάποιου παλιού Φλεβάρη. Εκεί έληξε. 4-6. το διάστημα 8-12 άδοξο στην ουσία, ήταν διάστημα επιστροφής για τη γνώση. Ατελέσφορο, το ήξερε. Αλλά ήθελε και το βάθος της απογοήτευσης, να οιωνίζεται την απιθανότητα της επιστροφής. Είναι κάτι σαν αυτομαστίγωση. Γολγοθάς που σκηνοθετείς μόνος σου, κι έπειτα σε πνίγει η βιαστική αγωνία να τον βαδίσεις. Γιατί πάντα ανεβαίνοντας ξεπληρώνεις.