Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011











Yπάρχουν μέρες που την Αθήνα τη χωρίζω σε πατρίδες. Ξένες και δικές μου. Από τις ξενητιές δεν περνάω συχνά γιατί τις φοβάμαι. Σήμερα χρειάζομαι μια βαριά συννεφιά. Θα’ρθεις να κρυφτούμε στις σπηλιές? Σου μιλώ δεν απαντάς. Σου μιλώ επειδή δεν απαντάς. Δεν απαντάς γιατί ξέρεις ότι θα σου μιλήσω. Γιατί αλλάζεις το θάνατο σε χαρά. Σήμερα δεν χρειάζομαι να μου απαντήσεις. Μου εξηγείς με πράξεις πώς υπάρχουν οι άνθρωποι με τόσο θάνατο μέσα τους. Είναι όμορφο να είσαι χαρούμενος νεκρός. Ίσως ζωντανεύεις ανερμήνευτα μέσα μου και δεν σε χαλάω, δεν σε ξοδεύω. Σαν τελειώνουν οι φόβοι μου μεγαλώνεις, και γίνεσαι οπλισμένος πια με μαχαίρια και σουγιάδες. Προχωράς μπροστά σαν να το έχεις ζήσει όλο το κομμάτι της αγάπης που σου αναλογούσε και την είπαν ηρωισμό και θυσία. Να! Σε βλέπω και τώρα προχωράς άυλος ανάμεσα στις κλούβες, στις διμοιρίες των Ματ, ανάμεσα σε καμμένα ερείπια, δακρυγόνα και καπνούς, κουκούλες, γκαζάκια και αποτεφρωμένα ζώα, μυρωδιά αίματος.Θα έρθεις μια μέρα να σου δείξω τον κήπο? Θα πάμε να κάνουμε βουτιές από το μεγάλο βράχο? Προχωράς μπροστά. Χαμογελαστός διασχίζεις την κόλαση. Ακαριαία. Λες και ξέρεις για όλα. Για όλους μας. Για τις μάταιες αγωνίες. Για τον πανικό. Θα’ρθεις μια μέρα να τρέξουμε ως τη σιδερένια γέφυρα και πάλι πίσω να δούμε ποιος θα βγει πρώτος? Προχωράς χωρίς ν’αναβάλλεις πια. Το τοπίο φλέγεται. Γίνεται μάχη. Εσύ δείχνεις ν’ αγαπάς όλο τον κόσμο και όλο το τόπο. Μέχρι να τελειώσουν τα δακρυγόνα, τα γκαζάκια, οι μολότοφ, οι σφαίρες από τα περίστροφα. Προχωράς ανέμελος. Μέχρι να τελειώσουν τα δάκρυα, οι στίχοι της λύπης που σου έγραψαν, ο αιώνας της νύχτας που παραμέρισε για σένα. Μέχρι να διαλυθούν όλων οι λέξεις.
Μέχρι να σβήσουν από τη χαρά οι πληγές.
Θα’ρθεις μια μέρα να γράψουμε ένα τραγούδι για το θάνατο και τη χαρά?
Κάποιες μέρες την Αθήνα τη χωρίζω σε πατρίδες.
Άλλες είναι δικές μου σαν ξενητιές. Κι άλλες τόσο μακριά… λες και είναι μέσα μου.