Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Par Pamukkale












Στα ύφαλα παρατημένου πλοίου, την περίμεναν τα λιοντάρια του-νηστικά κι αγριεμένα. Ντυμένη με φτηνό ντρίλι και ξυπόλητη, αδερφή του Πόρφυρα, χτυπημένη στο πόδι και με νάρθηκα στον αυχένα να συγκρατεί τα τερτσέτα που κάποιος τσιγγάνος τής έγραψε. Ραδινή, με την μπόλια της δεμένη σ’ ελαφρύ κόμπο, χαμηλά στο λαιμό, άφηνε φεύγοντας, ξεκούρδιστες χορδές, ανήσυχα δειλινά και ράγες. Εκεί δεν ήταν στρατόπεδο αιχμαλώτων, αλλά, ίσως, καταφύγιο ελπίδας. Ήταν ένα ταξίδι στο Pamukkale με τα λαξευμένα βράχια να ‘χουν μόλις ξεκολλήσει απ’ τα χέρια της. Στις παλάμες της έμεινε η λευκή λάσπη. Και τρίζει λαμπερή όπως ο φώσφορος. Στερεοποιείται σαν travertino. Στο θώρακα μαγεμένο νερό και κρύσταλλοι. Έβγαλε τη μαντήλα κι έσκυψε να πιει νερό από την ίδια κόχη που έπιναν τα λιοντάρια του, ολοδίψαστα και πεινασμένα. Αν οι θεοί θεραπεύονται στους ναούς, στο Pamukkale θεραπεύονται τα λιοντάρια. Ασχέτως αν εκείνη με το που δοκίμασε, μεταμορφώθηκε σε ένα από τα ανθρωποφάγα άλογα του Διομήδη. Στην τσέπη της φέγγει η μία όψη του νομίσματος. Στη μέση της δεμένο το κεράκι που θα την περάσει απέναντι.