Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011










Σβήσε το φως.
Σβήνει το φως.

Προφέρουν
το θυμό το σώμα και άλλα.


Το σώμα προφέρεται δύσκολα.
Επίπονα.
Με βαριά σύμφωνα.
Σχεδόν ρωσικά.


Στρώνει λίγο αμήχανα τα γένια του.


Ανάβει το φως.
Δεν θα μιλήσουμε γι’αυτά.


Στο δικό του μέρος του κρεβατιού
διακρίνεται ένα μέλλον.
Διαβάζω τα κρεβάτια.
Τα μαχαίρια. Τα τσιγάρα.
Γλιστρούν χρονολογίες.
Ημερομηνίες. Προθεσμίες
Ασήμια και διάφανα μάτια.
Θαμποί καθρέφτες και άλλα.
Κόβονται δρόμοι. Χάρτες.
Καθαρή αθανασία.
Στο δικό του μέρος του κρεβατιού
υπάρχει σκέτη αθανασία. Αλλά τι κρίμα…
Γεμίζει κουβάδες και σκάφες
με φαντάσματα σε μέγεθος δαχτυλήθρας.


Αναβοσβήνει περιοδικά το φως
σαν φλας αυτοκινήτου.
Στην οροφή δεν βλέπω αστέρια.
Με τρομάζει ο ρομαντισμός.
Όμως πήρε να φυσάει ένας στρόβιλος
σαν μεγάλος ύμνος του Χαίλντερλιν.
“Ich bin du wenn ich ich bin”
Όταν χωρίζουμε στη μέση τον ήλιο
και μετά άλλα…
«τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίτ»
Οι συντομίες μας στο κορμί-
αυτοσχέδια γκέτο.


Εγώ στη ζωή ήρθα με ρούχα
γιατί το διάβασα:
θα συναντιόμασταν σε ψυγείο
μεθυσμένο κρεβάτι στη μέση
ενός αυτιστικού σύμπαντος.




Κι όταν μαζί μεγαλώσουμε
θα γίνουμε αλιείς μαργαριταριών.


Μετά βλέπουμε.