Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

Πέpαμos




Τα τοπία που ελίθωσαν στο μισό πρόσωπό σου
Έχουν μύθο και ήθος σαν τα τρέφει ο Αίσωπός σου
Τα χαράμισε η Άνοιξη και τα σπούδασε η πίκρα
κι αν υπήρχε κατάνυξη της σιωπής ήταν ρήτρα

Η πορφύρα στα βλέφαρα αμνηστεύει δηλώσεις
Ήταν τότε που ρέφαρα ό,τι κι αν μου χρεώσεις
Μη μιλάς για τα χάρτινα μη μιλάς για το έαρ
Πιο βαθύ απ’τα σάρκινα μας παρέδωσε φρέαρ

Νύχτα μαύρη η κόψη σου σφύζει γύρω σκοτάδι
Πριονίζει την όψη σου η φτερούγα του Άδη
Και με κύκλωσε η θάλασσα σαν απόχη από πέτρα
Για τα χρόνια που χάλασα στης φυγής τη φαρέτρα

Αναπάντητα θαύματα από οργιά σε θυρίδες
Μη διαβάζεις εγκαύματα όπου αντέχουν ρυτίδες
Εξαγόρασες φάρμακα στοιβαγμένα~ είναι χάδι…
Ή της φλόγας τα άρματα που όλο καίνε το λάδι

Ανθισμένα τα γράμματα και βωμός το συρτάρι
Αν ναυλώνεις χαράματα ρωσικό σαμοβάρι
Άλλο χρώμα δεν πλήρωσα απ’το άσπρο της τρέλας
Το εισιτήριο ακύρωσα-σου επιστρέφω το Σέλας

Μη μιλάς για τ’ αόρατα μην αγγίζεις τους τάφους
Αν ακόνισες δόρατα θα φωνάζω ως του πάθους
Τους φόβους πυρρίχια-έτσι θα ‘ναι το μέλλον
Να αναφλέγεται μύχια το μυαλό των Οθέλλων

Θα ‘ρθει η ώρα-ξοδεύοντας-να μας βγάλει στις Πλάτρες;
Στο εφήμερο οδεύοντας με τ’αηδόνια στις πλάτες;
Θ’ακουμπήσεις στον ίσκιο σου-τη λεπίδα στα χείλια
Στον τυφλό ουρανίσκο σου την Κανά…τα σταφύλια…

Μην παιδεύεις την Πέραμο μη μου καις και τη Σμύρνη
Γκρεμισμένο ακροκέραμο απ’της θλίψης τα σμήνη
Πριν κυρτώσει ο Σεπτέμβριος στη ρωγμή του εδάφους
Το ξυπόλητο έμβρυο ως την πρύμνη του λάθους…

Την αγάπη σου φύλαξα από σάρκα και μέθη
Απ’ τη Χάρυβδη τίναξα την αλμύρα στα νέφη
Κι απ’τη Σκύλα τη Μέδουσα σε κρατάω εισόδιο
Ό,τι μπόρεσα σου έδωσα στο φιλί που ήταν γόρδιο

Κι έπειτα… τα υπόλοιπα…Λέξεις ήταν; Χαθήκαν;
Πουλιά ψάρια εμβόλιμα που τρελά αγαπηθήκαν;
Τα ποιήματα δίκαιοι αληθινοί είναι στρατιώτες
Δίκοπη όμως νίκη ή λίθινη σε περίκλειστες πόρτες…;