Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Εκάβη





Κάτι βραχνό με νανουρίζει
Σε μήκος σκύλου αεί και νυν
Μια μπάντα Νείλου παίζει σκόρπια
Τρέμουν τα νάι από την κόπια
Χρυσά λαχεία του εξαμαρτείν
Εκείνο που ήθελα να μάθω
Από τα χείλια του καπνού
Το’λαβα από φως πυκνού
Αστεριού που οι φύλαρχοι δειπνούν
Παιδιά νεκρά ή αρπαγμένα
Ένα σκυλί~πύρινα ακάτια~
Που το λιθοβολούν στα μάτια
Αυτό που ράβει η Εκάβη
Με το βελόνι στα ροζάρια
Τα φρυγικά και τα σφουγγάρια
Δέρματα απλώς κατεργασμένα
Πάθη στυφά και ραγισμένα
Δαυλός στο στήθος που ανάβει
Τέτανος ήταν μαύρη δίψα
Χολή που αδειάζει στα κινίνα
Και στην Περσία και στην Κίνα
Όλοι τα μάτια μου τα στίψαν
Μα εγώ θα ζήσω στο Σαγγάριο
με συντροφιά μου ένα σκυλί
Μυστική χάντρα στο ροζάριο
Άγραφη άραφτη πορτοκαλή



υγ:
Εκάτη Ενάτη Αβέβαιη Σύμπτωση Στερνή Οφηλία
Πρωί το βράδυ βράδυ πρωί από την τρέλα στην ασυλία
Χοροπηδάς σ’ένα κελί
Αυτή την ωροδιάβαστη σφυρίζεις καραμέλα

Ω!αειθαλές δακρύβρεχτο-οιονεί βλακείας χώμα
Ωσεί παρών που έσπειρες το χάπι μες στο κώμα

Οι αειπληγέντες νάρκισσοι σαπίζουν στο ίδιο τους το σώμα
Παραπλανηθέντες από τελείες που τις πέρασαν για κόμμα