Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

ασβέστης




Κάποτε ένας από συμμορία
Πάνω στον καυγά για μια μηχανή
Σε κλώτσησε κι έπεσες σε λάκκο
Με φρέσκο ασβέστη
Φώναζες να σε βγάλουν-ενώ όλοι απομακρύνονταν-
Το αριστερό σου μάτι το κάλυψε ασβέστης
Και στο χάλασε
Από τότε αλληθωρίζεις
Το αντικατέστησες μ’ένα γυάλινο
Σφύριζαν σκουριασμένα τρένα
Στην αυλή σου
Κι εσύ με κάτι κιτρινισμένες σελίδες
Στα γόνατα ήθελες
Ν’αποστηθίσεις τον Νίτσε
Στο αδύναμο φως μιας λάμπας πετρελαίου
Τον Ερωτόκριτο
Ν’ αντιγράψεις στις γάζες
Που σου πέρασαν στα μάτια
Άφησες στην άκρη τα στιλέτα
Και με πιστόλι φίσκα στο αλμυρό νερό
Προσπαθούσες να λιώσεις τους πάγους
Λίγο αργότερα ερωτεύτηκες την Πέτρα
-τη γυναίκα του Λοϊζου του γύφτου-
Της έστελνες τριαντάφυλλα σχεδόν κάθε μέρα
Όπως το αίμα κόκκινα
Έγραφες γιαπωνέζικα γράμματα
Κάπνιζες κλειδωμένος σ’ένα δωμάτιο
Για να μάθεις το τσιγάρο-ζήτημα ζωής και θανάτου
Τώρα κοιτάς από μακριά το φαιό του καπνού
Όψιμες οπώρες για μαγεμένα σήματα
Πέρασε ο καιρός οι δυνατότητες λιγόστεψαν
Τους τόπους
Κοιτάς-καθρεφτισμένος στο παράθυρο-σε μια καρέκλα
Κάθε πέντε το απόγευμα συνοδεύεις τον καφέ σου
Με γλυκό κουταλιού
Αρνήθηκες τα τραγούδια-σε ξέχασαν τα καράβια
Διαβάζεις ακρωτηριασμένα τα ποιήματα
Έπαψες να περιμένεις το θαύμα
Αστείες πολεμικές για κάποιους που έμειναν
Πίσω με ολόκληρα μάτια χωρίς γυαλί
Να πιστεύουν κοράκια γύπες ύαινες
Κέρματα παρατημένα στον πάτο του συντριβανιού
Άπληστα παραμύθια μας τρώνε ανεκπλήρωτα ζωντανούς