Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Κανονικοί Άνθρωποι



photo by Φαίδρα Φις



Όλα είναι εδώ,πάντα ήταν.Περνάνε τις Κυριακές από το σπίτι και τα λέμε.Με έναν πάκο εφημερίδες,τσιγάρα και μπάλα στην τηλεόραση.Ίδια και σίγουρα.Κάτι αλήθειες σαν μακαρόνια με μοσχαράκι στο μοναδικό οικογενειακό τραπέζι της εβδομάδας.Μόνο που τώρα είναι πιο φουριόζικα.Πουλάνε ακριβότερα το χρόνο τους.Διαβάζω όλα τα άρθρα που προσπαθούν να εξηγήσουν εκείνα που έρχονται.Σαν να νομίζουν πως αν δικαιωθούν τα ένστικτά τους θα βαφτιστούν αυτόματα άνθρωποι της Νέας Εποχής.Ότι θα δουν σε avant premiere το καινούριο έργο και τα γυρίσματά του.Δε φτάνει.Από τα νέα sites στο internet και τις καινούριες μόδες στο στιλ,μέχρι τα αγχωτικά εικαστικά με τις χαοτικές προοπτικές,καθώς και τα καινοφανή θεωρήματα που μπερδεύουν την πρόκληση με την ανατροπή,η ψυχή των πραγμάτων και των στιγμών συνεχίζει να υπάρχει εκεί που υπήρχε πάντα.Στους ανθρώπους και στα όπλα τους ενάντια στο χρόνο.Όπως τον εννοεί ο καθένας.Αρκετοί δεν χρειάστηκαν περισσότερο από τα τριάντα τους χρόνια.Τι θα τους έλεγες?Ότι έχασαν το καλύτερο?Στα τριάντα αρχίζει η ζωή για χρηματιστές,οικογενειάρχες,ρεαλιστές,καλλιτέχνες,απογοητευμένους...Για τους κανονικούς ανθρώπους δηλαδή.Τους συνηθισμένους,που εξαντλούν την ιερή τους μοναδικότητα μέσα στη μονοδιάστατη ανάγκη τους για χαρά.Κάποιοι άλλοι άκουσα πως πέρασαν στα ιδιαίτερα του Χρόνου.Εκεί που μεγαλύτερη δυνατή αξία είναι η ελευθερία.Όχι πως ορίζεται από τους πρόχειρους ορισμούς που σου έρχονται στο κεφάλι.Αλλιώς.Δεν ξέρω πώς.Εκείνοι δεν χρειάστηκαν τα χρόνια,πάνω από τα τριάντα-σαράντα τους.Οι μισοί επειδή την κατέκτησαν και οι άλλοι μισοί επειδή είδαν πως δεν κατακτιέται και πήραν απόφαση να μη ζήσουν μόνο για τον ήλιο,εφόσον είχαν δει και πίσω απ'αυτόν.
Αλλά τώρα έχω ακόμα Κυριακή.Γονείς που τους αγαπάω πολύ για να παραδεχτώ ότι έχουν τελειώσει.Αισθήσεις που αντιλαμβάνονται το ζεστό παστίτσιο και τρελαίνονται.Και εκατομμύρια γκολ στο κεφάλι μου.Τις Κυριακές θυμάμαι φάσεις που δεν τις θυμούνται ούτε τα ίδια τα σέντερ φορ.
Όλα είναι ακόμα εδώ.Όχι πως δεν έχω σκοπό να ταξιδέψω.Δεν είναι πως δε θ'αφήσω πίσω μου για πάντα εκείνα τα φαντάσματα που μας ρίξανε από δίπλα,όταν ήμασταν στην κούνια μας ακόμα.Το πώς έχουν τα πράγματα.Τι'ναι η πατρίδα μας,τι η αγάπη,τι η προδοσία,και ποιας ποιότητας ηθική σηκώνει ο πολιτισμός μας.Τα ζευγάρια είναι ζευγάρια.Φτιάχνουν έναν κόσμο για δύο-κόντρα σε όλες τις στατικές μελέτες-και ακολουθούν μια κληρονομημένη ηθική,αντίθετη σε όλα τα πεπρωμένα.Μετά λέει πληγώνονται.
Όπως και σε μερικές εκαντοντάδες χρόνια,μπορεί το να σκέφτεσαι την προσωπική σου ευημερία και τον πολλαπλασιασμό σου μέσα από τα λεφτά να διώκεται ποινικά,όπως σήμερα η ληστεία τράπεζας.Μπορεί ακόμα να θεωρείται και μη αναστρέψιμη ψυχική διαταραχή.Είμαι τόσο σίγουρος ότι όλες αυτές οι αξίες είναι αναλώσιμες και θα αντέξουν λίγα εκατομμυριοστά αιωνιότητας.Μπορεί να χαιρόμαστε και τον έρωτα με τον τρόπο που σήμερα είναι σταμπαρισμένος ως άψυχος και πουλημένος.Και πηγαίνουμε...Με νομοθετημένη Εθνική Ιστορία,με χρόνιες μαθητείες στην υποταγή,με τρόμο για τα χρόνια που περνάνε και δεν τα προλαβαίνουμε.
Τακτοποιημένα μέσα στα πλαίσια του κοινού νου,του κανονικού ανθρώπου της εποχής.Ο εντός μας χρόνος περνάει άπιωτος.Αν τα "καταφέρουμε" έτσι και εκατό χρόνια είναι λίγα.Θα πεθάνουμε ψόφιοι στην κούραση,ρε μπαγάσα.

Δεκέμβριος 1999
Οδυσσέας Ιωάννου



Παραμονή Χριστουγέννων,του Εδουάρδο Γκαλεάνο

Ο Φερνάντο Σίλβα είναι διευθυντής του νοσοκομείου παίδων,στη Μανάγουα.
Την παραμονή των Χριστουγέννων έμεινε δουλεύοντας μέχρι πολύ αργά.Τα βαρελότα κροτούσαν ήδη και τα πυροτεχνήματα άρχιζαν να φωτίζουν τον ουρανό,όταν ο Φερνάντο αποφάσισε να φύγει.Τον περίμεναν στο σπίτι του,να γιορτάσουν.
Έκανε μια τελευταία γύρα στις αίθουσες,να δει αν ήταν όλα εντάξει,και πάνω εκεί αισθάνθηκε να τον ακολουθούν βήματα,βήματα μπαμπακένια:στράφηκε και αντιλήφθηκε ότι τον είχε πάρει από κοντά ένας από τους μικρούς ασθενείς.Στο θαμπόφωτο,τον αναγνώρισε.Το παιδί ήταν μόνο του στο νοσοκομείο.Ο Φερνάντο αναγνώρισε το ήδη σημαδεμένο από το θάνατο πρόσωπό του κι αυτά τα μάτια που ζητούσαν συγνώμη ή ίσως την άδεια.
Ο Φερνάντο πλησίασε,και το παιδί τον άγγιξε απαλά με το χέρι.
"Πείτε σε...",ψιθύρισε το παιδί."Πείτε σε κάποιον ότι είμαι εδώ."