Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010





Πόσο σε θέλω έτσι άγνωστο έτσι δικό μου
Ακριβέ ξένε με τις συντριμμένες φλέβες
Αποκεφαλισμένο μόνο από μένα
Να κατουράς σε τενεκεδάκια Άμστελ
Εξαρθρωμένος ρημαγμένος λεηλατημένος
Να κλωτσάς κοφτερές πέτρες στο δρόμο
Με γυμνά πόδια
Να χτυπάς το κεφάλι σου δυνατά στον τοίχο
Με ξεσηκωμένο φαλλό
Πασαλειμένος ξενητιές
Από διώκτες που μνησίκακα ξερνάνε
Θανατερά ράμματα από διπλό βρώμικο στόμα
Κι όπου έμειναν στα δόντια οι σκουριές
Υπολείματα από ανεκτόνωτες βρισιές και δήγματα
Εκείνοι έγκλειστοι στο θλιβερό τους θάλαμο
Εμείς ιπτάμενοι στα αίθρια της ύπαρξης
Σου χρωστάω την ευκαιρία που μου έδωσες
Να σου φυτέψω ολόκληρο δάσος στο κεφάλι
Ν’αναπαυόμαστε κάθε που οι αισχρότητες
Μας αποπέμπουν από τον κόσμο των αξιωματικών
Ο φάρος μου δεν ήταν τόσο σακατεμένος
Μου έδειξε τι απεργάζεται ο άνθρωπος στο λυκόφως
Όλες σου οι στροφές τόσο στοργικές στο στραγγάλισμα
Κι εγώ πάλι να σ’αποκεφαλίζω την τελευταία μου στιγμή
Που την κρατώ μόνο για σένα
Για να ευδοκεί η άνοδος της πτώσης στο αίμα
Λαίμαργα οι βολβοί να κοιτούν τα σφαγεία
Πόσο σφοδρά σε θέλω διχασμένο
Στην κόψη του παιχνιδιού της μυαλοκτονίας
Ξένε άγνωστε ακριβέ μου
Με τις συντριμμένες φλέβες
Να κυλίζεσαι στο αίμα μου
Στο στομάχι μου το κεφάλι σου
Στους πνεύμονές μου τα σπλάχνα σου
Στο θώρακα ένα ολοκύανο σπερματικό Άλεφ
Να τινάζει έξω στο δέρμα όλη την αλήθεια