Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

σ'αυτόν που η ψυχή του είναι στο μέγεθος που έχει το πουλί του


Ξέρω κάποιον που φόρεσε τη χλαμύδα των εχθρών
Σε κορμί όλα τα χώρεσε των οχτώ χιλιοστών
Ξέρω κάποιον που έλυσε τη σιωπή των ποσοστών
Μη ρωτάς εμένα πια ρώτα τον Χατζηπετρή
Να σου πει πώς βγήκανε απ’το στόμα σου οι αφροί
Να σου πει για τις «αξίες» σου τις πικρές μειονεξίες σου
Πώς κουράρουν το χαρτί
Κοίταξε το φόβο σου~πού αυτός σε οδηγεί
Μια σε βγάζει στην άβυσσο μια στην κυανή ακτή
Και χτυπούν τα χεράκια του~άλογο τα πεταλάκια του
Και σου βγάζουν το βρακί
Αποφάσισε τι θα πεις στην καλή σου τη μαμή
Σε ξεγέννησε ανάδρομα απ’το πιο κουλό μουνί
Η αυλή της σε θέλησε με μπανάνα στο κλαδί
Από τότε μοστράρεσαι σαν τον πιο καλό «χαλβά»
Με τα λόγια στοκάρεσαι~στου πουλιού σου τον χαβά
Από τότε χαρίζεσαι στις εκπτώσεις τοκίζεσαι
Αλλά…εμείς μάτια στραβά
Δεν υπάρχεις πια φίλε μου είσαι σκόνη σε (κατα)στολή
Περιφέρεσαι σκύλε μου με αντί ουράς βιολί
Σε λαδόκολλα μύρισε το σκληρό σου το πετσί
Αφού είσαι στ’αζήτητα πάψε πια να (ξε)γλιστράς
Να χτυπιέσαι αλύπητα με κουδούνια και με στρας
Όλα αυτά σε ταράζουνε τη φωτιά τους σου βάζουνε
Κι όλο εσύ χοροπηδάς
Θα τα πούμε στην κόλαση στο καζάνι ή στο γκριλ
Να σου δίνουν τα χάπια σου και κρασί με ερσεφουρίλ
Δεν είσαι και η Λαβίν Αβρίλ!
Και γαμώ τα στιχάκια σου τώρα δεν το συζητώ
Η «μιζέρια» στα μπατζάκια σου είναι κάτι πιο απτό
Ούτε ο Νώε σε έβαλε στην καινούρια κιβωτό
Είσαι είδος ανάσκελο προχωράς γονατιστά
Πάρε τώρα ένα φάσκελο~με αγγούρια σκαλιστά
Πόσο μοιάζετε φτυστά


Άει σιχτίρ!
πάντα στοργικά...
Φαίδρα Φις