Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010







στον Κ.

αμέσως ξέχασα όλες τις σκέψεις να μαζέψω σκοτωμένους μήνες χάρτινα καραβάκια
ή σαϊτες που πετούν ανάμεσα στα δέντρα~αν τονίζω λάθος τη σαβάνα~αν της έδωσα γένος και καταγωγή~ μπλάνκο~νέρο εναλλάσσονται
κάθε φορά που βλέπω δεν έχει στεγνώσει ο λευκός μανδύας στα σχοινιά κάθε φορά που τυφλώνομαι στα σκιάσματα των δέντρων μια πόλη δική μας αναπνέει μαγική σαν του Μάνου κλαδιά μας ψιθυρίζουν νερά άγρυπνα μας παραστέκονται πουλάκια της αλήθειας στη γενική πτώση των άστρων είδα πράγματι όλα τ’αστέρια συγκεντρωμένα λίγο πιο κάτω απ’τα μάτια σου να παίρνουν θέση στο αυτοκίνητο:ο πόθος έτσι ταξιδεύαμε ασάλευτοι ανάμεσα στα πεύκα στα κυκλάμινα στους γκρεμούς στ’αγριολούλουδα του χαμού της καταιγίδας της μαρτυρίας του ήλιου πως υπήρξαμε εκεί που βυθιστήκαμε~αναπνέοντας πάλι το έαρ που θα μας θυσιάσει
ερπετά φτερώνονται οι σαύρες τραγουδούν και κοίταξα πάλι αμέσως τη λύπη και τ’αστέρια ηλιόλουστα κάτω απ’τα μάτια σου συμπαντικά και κρατούσα το κόκκινο πανί του ταυρομάχου τροχίζοντας στα δάχτυλά μου το σπόρο τον μακρόχρονο τις μαύρες λωρίδες από το πανί που σκίαζε τα σώματα αγχέμαχες συναστρίες αφηρημένες στη βραχεία σκήτη διαδρομή που έκανε το χέρι σου ως τον ώμο μου για να γράψει τελικά με το στόμα τον πρώτο στίχο λίγο πριν εκπνεύσει το τελευταίο δευτερόλεπτο λίγο πριν αγγίξεις τον καπνό στα χείλια σπαθοφορίες αναβάτες η φόδρα στο παντελόνι εμπόδια παραχάραξη στον παράδοξο σωρό του πλατωνικού σπαρακτικού εφήμερου κάστρου ν’αποδοθεί το ατελεύτητο στερέωμα όλο με μια λέξη στιγμή στο ύφος στο στοχασμό που σου ταιριάζει αναγκαία τα δέντρα εδώ μέσα,ατελές κι αυτό και τέλειο μόνο το πραγματωμένο στο ψηλό κυπαρίσσι στη βαθύτερη θάλασσα στον ορμητικότερο ποταμό στην ευεργεσία που σε κουβάρι αυτόνομο κρατάει τους κραδασμούς τα ρούχα τα τσιγάρα τους σπόρους τα χαρτιά τα μελάνια τα κύματα στο δάσος τις σπαθιές τον άνεμο που βουίζει ολόγυρα αγάπη αγάπη εσύ ναι μ’αγαπάς κι εγώ ακατάσχετος σπάγγος στη βοή της αγάπης σου τη σπρώχνω στα μάτια εσύ ναι μ’αγαπάς στις εσοχές και τις εξοχές του ιλίγγου μου αλλά κι εγώ αδυσώπητη κλωστή δένομαι στα βρεγμένα οστά στα βρεγμένα μάτια και λίγο πιο κάτω τ’αστέρια να μας δίνουν τις ακόλουθες λέξεις του Ροσέτι παραφθαρμένες «άγρυπνοι με παγερά μνημονικά μάτια» άγρυπνοι χωριστά άγρυπνοι μαζί μαύροι κύκνοι ανήμεροι που τρώτε αστέρια