Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

καζαμπλάνκα


Αν ναι,θα σηκώσω την μπλούζα ως τον αφαλό. Από μέσα θα φέξει ένα κάθετο τρένο. Σ’ένα βαγόνι εμείς παιδιά. Η προβολή των σκιών μας στο τσιμέντο μιας αυλής. Σηκώνω την μπλούζα μου λοιπόν ως τον ακάλυπτο του υπνομαντείου της.Φράχτης. Στο λαιμό φωτιές. Στο σεντόνι φαίνεται πως σκύβουμε στις σελίδες της Οδύσσειας. Στον καθρέφτη φαίνεται πως οι υποθέσεις καίνε. Λευκό θέλω το σπίτι. Τα μάτια μου, μού καις. Να μου δροσίζεις όμως τα μάγουλα με αστέρια που κυλούν ως το στόμα. Ακούς, το σώμα που αγγίζεται με αγάπη περισσότερο φωτεινό δεν γίνεται. Στρώσε με στο πλευρό σου. Δέσε την πετονιά στον αφαλό μου. Πέρνα την κλωστή από τα μάτια. Λύσε τους κόμπους του καπνού. Ισορρόπησέ μου τα σκοτάδια στις κόχες, να ξεκουράζομαι ανήμερα.Χάιδεψε την κοιλιά από απόσταση δακρύων. Καζαμπλάνκα. Οδοντόβουρτσα πετσέτες παράθυρα με θέα την άβυσσο. Θα σκύψουμε στην Οδύσσεια. Στο μαύρο. Το μαύρο δεν ξεχνιέται. Πίσω μας τζαμιά και μιναρέδες πηγάδια της ιστορίας καημός των ιμάμηδων. Βιτρώ και φαγιούμ. Ένας τόπος για μας και μια ανασκαφή. Καλύτερα χώρα. Στο μαύρο και στο λευκό.Από τη σηκωμένη μπλούζα αγάπη μου αναδύεται η χώρα. Ποντίστηκε με σφοδρότητα αλλά τώρα αναδύεται πλωτή και φωτισμένη. Χωρίς τους δρόμους χωρίς σήραγγες αλλά με νούφαρα στα νερά να κρύβει τον πόλεμο. Με λωτούς και φλογέρες φώναξέ με. Φώναζέ με στο εκράν με τα μάτια και τα χέρια. Μ’ένα όνομα αρχαίας ληκύθου. Μ’ένα χρώμα λαμπερό. Φώναζέ με Καζαμπλάνκα. Κι άσε το φιλμ ασπρόμαυρο να τρέμει σιωπηλό κι αθώο. Κοίτα,αγάπη μου,στο βάθος πώς λυγίζουν οι σκιές κάτω απ΄το εσώρουχο.Αγκάλιαζε εσύ το χάσμα.Tραυμάτιζέ το όπως αντέχεις.Αν όχι,θ'ακολουθώ τον αφρό στα κύματα της παλάμης σου.