Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2009

το μαξιλάρι


Θυμάμαι ότι κάποιο βράδυ σου έστειλα το δικό μου αλλά δεν κατάλαβα πότε εσύ άφησες στο πλάι μου το δικό σου
τελικά τ’ανταλλάξαμε
τα βλέπω τα θραύσματα από πούπουλα που τινάζονται ακαριαία
στο ταβάνι

-ενώ η αριστερή μου πλευρά έχει παραλύσει-

ανθίζει μια φτέρη σαν αράχνη και γιασεμιά ανάποδα με τ’ανθάκια τους προς τα κάτω να στάζουν όλο το μέλι στον όρμο του αφαλού και ρέει αργά στο ιερό ποτάμι των Ινδών μαλακά να ρέει στις εξαιρέσεις ηδονικά σημαντικό στις όχθες όπως η αλμύρα που μπαίνει στις αρτηρίες βαρκάκι να φλογίζει καινούριες πληγές που φτάνουν ως τις πηγές του αφού το κύκλωμα μετάδοσης είναι κλειστό το μεταβιώνω εγκαλώντας έκτακτη μνήμη ανασύροντας την απορημένη σαγήνη- τον πιο τραγικό ρόλο φυσικά κρατώ για μένα- γιατί μέσα στα ραγίσματα αυτά οξειδώνονται μέχρι και οι βράχοι
απροσάρμοστο-όπως δείχνει- στα δεδομένα που ξημέρωναν λήστεψε τους δαίμονές μου θεόληπτο ροϊκό κι ανυπεράσπιστο στις φλέβες του νερού ανήσυχη η κατάσαρκη μοίρα του στη δεύτερη βίωσή του συγκεχυμένο αγγίζει το πιο ευάλωτο δίχασμα
κι αυτό επιφέρει στο σώμα μια χαρά θολή
Αν εμπιστευτώ έστω μία από τις υπονομευτικές αναπαραστάσεις το αποφορτίσω από την τραγικότητα και το μεταποιήσω ράβοντας αλλοπρόσαλλα τα κομμάτια του
Αν ξεριζώσω από το χώμα της σημασίας του τα μακρινά κι ανεξιχνίαστα που το γεμίζω από το πρωί στα όρια μεταξύ αγίας και αχρείας φροντίδας
Πες μου τι θα μείνει από έναν ετοιμόρροπο ψυχισμό που οργιαστική επιθυμεί την εκδίκηση επιστρέφει σε αδιέξοδες αγωνίες διαψεύσεις όλα τα φθαρτά αξιολύπητα προβλέψιμα
ορατά στα φλας

Πόσα έπονται ακέραια ημερονύχτια
για να με τυραννήσουν

Πες μου τι θα μείνει

Το νερό μένει
ζωντανό
ακόμη
κι όταν
το ξεχνάς

Εγώ?
Μόνο
με το μαξιλάρι
γίνεται?