Πέμπτη, 2 Απριλίου 2009

valley of deception


Η
παρθενική
ψαύση
του καινούριου
αόρατου
μου εξηγεί
χωρίς απαραίτητα να το επιδιώκω
τους θρυμματισμούς μου
και γίνομαι ένας ρομαντικός
συνωμότης
του αθέατου φύλου σου.
Μου «λύνει» ανερμήνευτα βιώματα
λες κι έρχεται ακριβώς γι’ αυτό
επειδή μου οφείλει εξηγήσεις
όχι παραπλανήσεις.
Το συγκινησιακό απόθεμα μοιάζει να διασπά τη φύση της αναμονής μου.
Η σκέψη είναι πως θα υπάρχεις ως διηνεκώς αθώος
με μια ναυαγισμένη πίκρα
αλλά και με μια αόριστα μεταδοτική αγωνία.
Ένας κινητικός μύθος που
θα μου ψιθυρίζει πάντοτε τις μαρτυρικές υποψίες
πως αξίζω κάτι καλύτερο απ’ αυτό που έχω.
Αν έχω.
Κάτι πιο στέρεο και πιο φοβερό από τη φράση:
ερωτοχτυπημένη-αγιάτρευτη-ερωμένη.
Συγκρατώντας αυτή την πραγματικότητα του αοράτου,
αποπειρώμαι να τη φέρω σε μια ισορροπία με την άλλη πραγματικότητα,
την απτή,την ορατή,την ασφαλή(;), που βιώνω.
Τα μαθηματικά σύμβολα αγνοώ.
Μπορεί να το ξέρω το αποτέλεσμα της εξίσωσης.
Ο μαθηματικός τρόπος μου διαφεύγει.
Επειδή ποτέ μου δε θέλησα να μαθηματικοποιήσω το αδύνατο.
Προκειμένου να σωθώ από την παραφροσύνη της ένδοθεν φρικίασης
που μου προκαλεί αυτό το ζύγιασμα των δύο πραγματικοτήτων,
αυτό που κάνει ως και το αίμα μου ακόμα να μπερδεύεται,
αυτό που κάνει τους ευάριθμους εφιάλτες μου να διακλαδώνονται
ακόμα και στο φως της ημέρας, εκτονώνομαι στο σαδιστικό φετίχ μου,το ταλάνισμα της σελίδας. Εκεί, υποδόριες απολογητικές ρευστότητες, παλίμψηστα και μαγέματα, υποκειμενικές κολάσεις, ειρωνικές παραφράσεις, γίνονται ένα. Ωστόσο,έστω και έτσι, μπερδεμένα και ασιγύριστα μου μιλούν.
Και μόνο το ακατάληπτο εγώ καταλαβαίνω.
Και μόνο στο ακατάληπτο ίσως ν’απαντώ.
Και μόνο με το ακατάληπτο ίσως να απαντώμαι.
Κανείς δεν μπορεί να μου πει τίποτα γι’ αυτό.
Κανείς δεν μπορεί να μου ζητήσει την ευθύνη.
Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μου χρεώσει την ευθύνη,
παρά μόνο ο εαυτός μου.
Αυτό το ολοκληρωτικό σάρωμα το εξωθώ
κάποτε στην περιφέρεια του μυαλού μου
κι ομολογώ την ασάφεια μόνο σε μένα.
Η ισχυρή προφάνεια της αναγκαιότητας να αρθούν
τέτοια ή παρεμφερή ολισθήματα,
δεν με πτοεί.
Κι αν ακόμη διαισθάνομαι το άπλωμα της παγίδας.
Κι αν ακόμη με κυριεύει ένα απέραντο μούδιασμα,
πίσω δεν κάνω. Ούτε θα κάνω.
Ακόμη κι όταν άτακτα τα ξημερώματα και όλες τους οι υποδηλώσεις,επωάζουν και κατόπιν εκβιάζουν το υποχρεωτικά ορατό, το αναγκασμένο σαφές.
Εκείνες τις στιγμές
είναι απαραίτητη
μια μεγάλη παύση.
Εξ’ ολοκλήρου
κερδισμένη
δε
γίνεται
να
είμαι.