Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009

το ποδήλατο


ΧΘΕς το ΠΡωί, βγαίΝΟντας εΠΙτέλους γιΑ κεΙΝη τΗ στοιΧΕΙωμένη βόΛΤα Με το ποΔΗΛατο,-πρΙΝ τηΣ μείΝΟΥΝ τα κόΚΑλα- μοΥ συΝΕΒησαν παράΔΟΞΑ πρΑΓματα. ΔεΝ ήτΑΝ η ΠΡώτη φοΡΑ. ΑΛΛά, τέΛΟΣ πάντΩΝ, ένιωΣΑ να πρΩΤΑγωνιστώ σε ΠΙνακα του ΝΤΑλί.
ΠΕΡασε ΞυσΤά δίΠΛα μου, στΟ χιλΙΟστό Του ΧΙλιοστΟΥ μια εντελΩΣ ΦΟΥξ νΤΑλίκα.
ΕκτΟΣ ότι ΒλέπΩ πρώΤΗ φορΑ φλΟΥο Ροζ νταλΙΚΑ στη Ζωή ΜΟυ,η ταΧΥτητά τΗΣ ήταΝαπό εκείνες που δεν «πιάνει» το αισθητήριο ούτε διά γυμνού οφθαλμού oύτε διά "ντυμένου" ούτε στο μικροσκόπιο,και είναι αδύνατο να καταγραφεί. Πέσανε τα ανάλογα «σήματα»,άσεμνες χειρονομίες κλπ κλπ. Από κάποια αμαρτωλή τύχη ζω. Μάλλον θα είναι γραμμένο να ταλαιπωρήσω μερικούς ανθρώπους ακόμη σ’αυτή τη ζωή και στην άδικη κοινωνία. Συνέχισα την ανάβαση-τρόπος του λέγειν,αφού λίγο πιο πάνω απ’το βασιλικό κτήμα έφτασα τελικά με ησσημένα νεύρα και λαμπάκια που αναβόσβηναν πορτοκαλί-κόκκινο-κόκκινο-. Συνήθως σταματάω σε μια πηγή για να βάλω νερό στο παγούρι μου. Σταμάτησα στην ίδια. Πάνω μου απλώνονταν οι πευκοβελόνες που κάλυπταν και το χρώμα του ουρανού-το σημείο είναι εξαιρετικά πευκόφυτο και πυκνό. Μια φάλαγγα από κάμπιες σέρνονταν νωθρά στο χώμα. Μία από αυτές μου ζήτησε να παίξουμε κουτσό και δεν της χάλασα το κέφι. Κατόπιν ξανάβαλα το κράνος και συνέχισα κατεβαίνοντας ένα στενό κι επικίνδυνο μονοπάτι με χαλίκια και κοτρώνες. Εκεί- πέταξα σχεδόν, στο πιο ριψοκίνδυνο και τολμηρό μου σάλτο-ως τώρα- πάνω από έναν σκαντζόχοιρο, για να μην τον χτυπήσω. Και ξαφνικά βρέθηκα να τρώω μια εύγευστη «σούπα». Την πιο χαρούμενη και χαριτωμένη της ζωής μου. Ωστόσο, σηκώθηκα,τινάχτηκα ελαφρώς και πήρα το δρόμο του γυρισμού. Σ’αυτόν συνάντησα ένα κατάμαυρο πουλάκι που χόρευε τρελό φλαμένγκο στο πεζοδρόμιο και στο κίτρινο ράμφος του κρατούσε ένα σκουλήκι-το οποίο επιδίδονταν στην απαγγελία της « προσευχής του σκουληκιού» του Καρούζου. «αυτή ‘ναι η αξία εμάς των σκουληκιών που δεν έχουμε παρά μονάχα ένα δρόμο…το χώμα είναι η μοίρα μου αντίκρυ των άστρων. Αγάπη όνειρο θαλασσί τύλιξέ με…» Έκλεψα ένα γράμμα από ένα ξένο γραμματοκιβώτιο,το διάβασα,τελείωνε: «στο’πα και στο ξαναλέω μη μου γράφεις γράμματα γιατί γράμματα δεν ξέρω και με πιάνουν κλάματα», μετά το έκαψα, και περιμένω τώρα την ισόβια κάθειρξή μου για το ιδιαζόντως ποινικό αδίκημα το οποίο ήταν η καταλληλότερη στιγμή για να το διαπράξω. Έγραψα άλλο ένα γράμμα στη μάντρα που βλέπει σε χωμάτινο δρόμο απ’τον οποίο ποτέ δεν θα περάσει ο δικαιούχος παραλήπτης. Αυτό τελείωνε: «κάποτε θα συναντηθούμε.» Και μου φαίνεται καθώς έλυνα το ποδήλατο για να το τοποθετήσω στη θέση του, κάπου πήρε το μάτι μου τον «Δαίμονα και τον Φειδία». Η τελευταία κάμπια στο χρώμα του μαρουλιού-ριγέ-που εναλλάσσονταν με κάπως ξεθωριασμένο ματζέντα-είχε μείνει στο κεφάλι μου,την έλουσα μαζί με τα μαλλιά μου-μου τραγούδησε το ολόγλυκο φιλί των Δώδεκα Αποστόλων και πνίγηκε στους αφρούς. Είναι βέβαιο ότι δε φταίει η φαντασία μου αλλά το ΠανΣΕληνο ΕΠΗρμένο ΈαΡ που καλά και σώνει, με ΒΑζει σΤΟχο. ΚαΙ αν Δεν μΕ εξοντΩΣΕΙ,δεν θΑ ησυχΑΣΕι. ΟυΦ.
ΚαΤΑρες όΧΙ, δε θα ξεστοΜΙσω ακόμη. Θα πΩτο τέλΟΣ της προσΕΥχής όμΩΣ
«Αγάπη,πράξη και ουσία του θεού μου σερνάμενο κι αν είμαι πλέω στη χαρά».