Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2009

Δευτέρα Απουσία


Ο Φώτης αργεί. Ο Φώτης θα είναι κάπου στο σπίτι του. Θα προσπαθεί να συμμαζέψει την ντουλάπα του. Εγώ θυμώνω που με στήνει ξανά, ανάβοντας το πέμπτο τσιγάρο. Ο Φώτης θα έχει βάλει στο πικάπ Night Ark.Πάνω στο δίσκο θα κυλάει το λευκό χαρτάκι-το έχει ψαλιδίσει καραβάκι ή λουλούδι-,με τη διεύθυνση που του έδωσα. Το καραβάκι θα πλέει στα αυλάκια του δίσκου. Ο Φώτης θα έχει σπάσει το πόδι του. Κι εγώ σπάω το τελευταίο παγάκι από το φυσικό χυμό μου. Δεν είναι δίκαιο. Τα χέρια του Φώτη θα είναι σαν κλαδιά οπωροφόρων. Απ’αυτά κρέμονται τα ροδάκινα απ’τα οποία έγινε ο χυμός μου. Ο Φώτης θα κατεβάζει σφηνάκια τεκίλας. Κι εγώ όλον τον καπνό του κόσμου. Ο Φώτης θ’απαγγέλει στο κενό ρουμπαγιάτ, φορώντας τη μαυρόασπρη μαντίλα του στο κεφάλι, δεμένη περίτεχνα. Μια τρανή αχτίδα ανάμεσα στα μάτια του θα τον κάνει να μοιάζει με Ινδό βασιλιά. Κι εγώ θα κάνω πως διαβάζω το δυτικό «de profundis» που απ’έξω το ξέρω εδώ και κάτι χρονάκια. Και θα μοιάζω αστεία σε όλους παραγγέλνοντας λουκουμάδες για τρίτη φορά και αραβικό καφέ. Στάση μόνιμης αναμονής. Όχι. Καθόλου δίκαιο δεν είναι. Το τηλέφωνο δεν θα χτυπήσει. Γιατί το δικό του ξέχασε να το φορτίσει και δεν έχει σταθερό ούτε ίντερνετ. Είναι άδικο. Ο Φώτης θα βγει σε λίγο με την πατερίτσα να ψωνίσει ένα παπούτσι και μια βίδα για το χαλασμένο του ραδιοφωνάκι από το παζάρι της Ανατόλιας. Είμαι σίγουρη ότι εκεί θα είναι και θα ψάχνει κλαδευτήρι για τις τριανταφυλλιές. Θα έχει απορροφηθεί από την έλξη που του ασκούν τα εργαλεία κήπου. Σίγουρα θα προτίμησε να θυμηθεί το κλαδευτήρι από το ραντεβού μας. Παραγγέλνω λουκούμια και νερό.
Στη μεγάλη πλατεία της Κομοτηνής, ο ήλιος λάμπει κατάφωρα, τρέχοντας να προλάβει τη μέρα του Μάρτη. Ο ήλιος της Κομοτηνής χυδαία φωτίζει ολόλαμπρα τις παραμικρές πληγές. Είναι Παρασκευή και ο Φώτης θα στίβει λεμόνια στο παζάρι γιατί δεν μπορεί στιγμή χωρίς λεμονάδα. Θα της συμπληρώνει νερό γκαζάτο από πλανόδιο πωλητή. Είναι Παρασκευή και όλοι προσεύχονται ξυπόλητοι και σκύβοντας ευλαβικά στις πληγές του αοράτου.Ο Φώτης θα πλένει τα χέρια του σε υπαίθρια πηγή κι εγώ τα καθαρίζω με μαντηλάκια λεμονιού. Είναι κάτι τέτοιες Παρασκευές που ο Φώτης διαλέγει ν’ανάψει πιο πολύ το αίμα μου. Το λιβάνι μυρίζει Δευτέρα Απουσία. Και τα δόντια του Φώτη αστραποβολούν, ροζ πάνθηρες, πάνω στο μελαψό του δέρμα.

[ο Φώτης θέλει το κλαδευτήρι για να κόψει τη βαριά αλυσίδα στο λαιμό του]