Παρασκευή, 23 Μαΐου 2008

βράκτιο



γράφω ολόκληρος κοινωνώ τα μάτια διαδίδω
Δραπέτης που συντηρεί αλλόκοτη νοσταλγία του εγκλεισμού του στο μπουντρούμι
Διάκονος η γραφή στην ακραιφνή γεύση της σαν
Ανθεκτική αιωνιότητα που σιωπά και τυλίγει το σώμα διαπερνά τα κόκαλα
Αναγνωρίζεται μυστικά το μπλουζ ιδίωμά της
Καθώς η εωθινή δροσιά υγραίνει το μολύβι μου
η πελαγίσια αύρα αγλαΐζει και διηθεί τη μνήμη του παπύρου
Με ξεγελά με ζεύξεις φελινικές στο αένανο νυν
Ανάκατες στιγμές μεταποιούνται Καπνίζω εκτάκτως μερικά τσιγάρα
Από το μπαλκόνι το γιασεμί και η αγριοτριανταφυλλιά απλώνουν αόρατα χέρια, ελαφρά σαν το αγέρι, στους ώμους , που με χαϊδεύουν...
Με τέτοια αγγίγματα θαρρώ πως ξεχρεώνουν οι σιωπές κι ελευθερώνονται σκέψεις
Και το ρίγος αυτό με σώζει
Γραφές που ανοίγουν πληγές, αφήνουν να τρέξει το αίμα τους και μετά τις επουλώνω λυτρώνοντας τον εκτροχιασμό τους
γραφές που τις βαρύνει η αλμύρα της θάλασσας, των τραυματισμών
Κι ελαύνουν περισσότερα μεταλλικά τραύματα που προωθούν θαύματα...
θητεύω και υπηρετώ την αισθητική παράνοια των βυθών.



Και τότε ξεκινά η πιο ουσιαστική θητεία μου
Και υπηρετώ την αισθητική παράνοια του βυθού
Προοικονομώ
Δεν ευαγγελίζομαι αφρόνως
Με με αποδομήσει κανείς με τη μέθοδο του τυχαίου
Από μια σπουδαία πράξη άρνησης θα κορυφωθώ