Δευτέρα, 21 Απριλίου 2008

το ψάρι και το χαρτί

στη fuji και στον Δημήτρη...





Αλεξάνδρεια. Το βράδυ γκρεμίζεται στη θάλασσα. Το φεγγάρι πέφτει στο Νείλο. Φυσάει. Το πλήθος με παρασύρει. Περπατώ. Κολυμπάω. Ένα χαρτί τσαλακωμένο σέρνεται κάτω από το δέρμα μου. Ο αέρας έφτασε μέσα μου και παρασύρει το χαρτί σε μια υποδόρια διαδρομή. Το χαρτί ξέρει μόνο να κολυμπάει. Το πλήθος με προσπερνά. Ανύποπτο. Χωρίς πίστη. Δεν έχει ιδέα για το χαρτί που κολυμπάει μέσα μου. Το χαρτί βρίσκει στο θώρακά μου ένα ουράνιο τόξο. Στέκεται λίγο στην κορυφή της καμπύλης του, μετά γλιστράει προς τα κάτω. Παίρνει λίγο από τα χρώματά του και ιριδίζει. Σκαλώνω τα μάτια μου στο πλήθος και κολυμπώ με ηρεμία και νωχέλεια. Το νερό μέσα μου είναι δροσερό και αβέβαιο. Κόκκινο και μεταμελημένο. Τη μεταμέλειά του πρόλαβε και τη σκέπασε το πάθος. Κολυμπώ μέσα στο δίχτυ. Κολυμπώ και περπατώ. Η Αλεξάνδρεια μια θάλασσα ανεξιχνίαστη. Ένα δίχτυ έχω κολυμπήσει κυνηγώντας το χαρτί μέσα μου. Θυμάμαι ότι έχω ξανακάνει πόλεμο για τα ίδια. Για το ίδιο δίχτυ. Για το ίδιο ουράνιο τόξο. Για το ίδιο χαρτί. Το δίχτυ κλείνει. Περπατώ. Το φως λιγοστεύει. Ο δρόμος κλείνει και στενεύει. Το πλήθος ετοιμόρροπο. Δεν βλέπω το πρόσωπό του. Συγκεχυμένη φιγούρα σε θέατρο σκόνης. Μια μαύρη χαρακιά. Μια θολή σκιά που παραμιλά κι εξέχουν μόνο τα άκρα της. Εγώ μια χορογραφία πένθιμη από δίχτυα και εικόνες ηφαιστειακές. Ένα κάρβουνο που δεν περιμένει απαντήσεις. Ένα διεσταλμένο αόρατο μάτι. Μια μπλούζα λευκή που ρουφάει συγνώμες. Θέλω ελευθερία. Δεν τη ζητώ. Τη θέλω. Για μια εκδοχή. Για την πιθανότητα να μη σκοτωθώ απόψε. Περπατώ. Μέσα μου είναι πολλά γραμμένα. Ψύχες από χρυσά τοπία της θάλασσας. Υποταγμένα πλάσματα στην αήττητη ψυχή της θάλασσας. Κολυμπώ. Τα λόγια στο χαρτί νωτίζονται και φουσκώνουν σαν άμπωτες και παλίρροιες. Φτάνουν στο λαιμό, δεν βγαίνουν αλλά με πνίγουν. Περπατώ. Ρίχνω στο Νείλο ένα ερωτηματικό και μετά κι άλλο ένα. Κάνει θόρυβο όπως βυθίζεται. Λίγο πιο κει πετώ μια τελεία, που βυθίζεται σαν βαρίδι στο σκοτεινό νερό. Το βράδυ πέφτει αργό και ζεστό δίνοντάς μου ένα ανέλπιστο περιθώριο χρόνου διάσωσης, δεμένο σε μια αόρατη αποβάθρα με ένα χοντρό κάβο. Κολυμπώ για να κατακτήσω το βυθό που μου αρνείται τη βιολογική μου συνέχεια και την διπλή μου υπόσταση. Περίγραμμα έχω και είναι αυτό των καραβιών στη θάλασσα και των πλωτών στο Νείλο. Είμαι μια γκρίζα χοάνη και ένα μαύρο φουγάρο. Ο άνεμος εκσπερματώνει στη νύχτα και τη γονιμοποιεί, κι άλλα αστέρια νεογέννητα, στις απολήξεις τους χρησμοί.
Είμαι ένα γυαλιστερό ψάρι που καπνίζει αδιάκοπα, έναν καπνό που τον σβήνει στον οισοφάγο και μέσα μου κολυμπάει ένα χαρτί τσαλακωμένο από λέξεις και μουντζούρες.





Αμαξάκια. Ταξί. Κολυμπώ ανάλαφρα ανάμεσα στ’αυτοκίνητα και στα σκονισμένα και βρόμικα κτίρια. Το χαρτί κουλουριάζεται, ζωντανό έμβρυο μέσα μου. Μια λέξη του γλιστράει-δεν προλαβαίνω να τη μαζέψω. Έξω από μένα δεν μπορώ ακόμη να βγω. Γαντζώνομαι από τις ίδιες άκρες μου, τις ίδιες λεπτομέρειες, που το πλήθος δεν καταλαβαίνει ή αγνοεί. Πρέπει να περπατώ γρήγορα και ασήμαντα, αντιστρόφως ανάλογα από το βράδυ. Πρέπει να κολυμπώ αστεία μέσα στο δίχτυ προς τέρψη του πλήθους. Πρέπει να κολυμπώ και σοβαρά προς τέρψη του πλήθους. Άλλα ψάρια δίπλα μου δεν κολυμπούν. Περπατάνε μόνο, με ελιγμούς ακαριαίους μέσα στο δίχτυ που λίγο λίγο κλείνει. Πρέπει να παρέχω οξυγόνο στο χαρτί μου, αναπνέει δύσκολα τσαλακωμένο. Μπορεί να το καταπιώ αφού σκοτώσω όλες τις λέξεις του κι αφού αποστηθίσω όλες τις μουντζούρες του. Να δω πόσο αντέχω να καταπίνω χαρτιά. Να δω πώς είναι να καταπίνεις έναν κόσμο γεμάτο μουντζούρες και μολυβιές μαύρες. Και πώς φτάνει το μυαλό στην άκρη του κρανίου και κόβεται. Πώς αποκαθηλώνεται από βαρείς σταυρούς. Η πιο αθώα ώρα ίσως να είναι αυτή. Αλεξάνδρεια. Μεσόγειος. Νείλος. Τα λαμπερά μου λέπια. Τα ψαρίσια μάτια μου. Οι γυαλιστερές φολίδες της ουράς μου. Η ομορφιά που σκοτώνει. Το χαρτί. Οι μουντζούρες που επιπλέουν. Όλος ο χρόνος μου κάλυκες κενοί. Όλος μου ο θάνατος κολυμβητικός και περιηγητικός.






Η λεωφόρος γεμάτη. Και η θάλασσα. Και η νύχτα. Με ρωγμές και ελπίδες και δικλείδες ασφαλείας. Και σκοτωμένα όνειρα που όταν σήπονται μυρίζουν άσχημα.
Ίσως και να’ναι τώρα η στιγμή. Η πιο ήσυχη-πικρή-μικρή νύχτα μέσα στην άλλη νύχτα της φασαρίας του πλήθους και του θυμού και του θεάτρου, που θα κόψω το δίχτυ μου και θα κάψω τα βράγχιά μου με τον καπνό. Και να μεγαλώσω το χαρτί που εγκυμονώ μέσα μου όχι ασφυκτικά. Αλλά είμαι μόνο ένα ψάρι με απροστάτευτο μυαλό, αδύναμη καρδιά και γενναία μάτια. Τα μάτια μου δεν κλείνουν και τα βλέπουν όλα. Τα ακίνδυνα, τα ρηχά, τα βαθιά, τις ασκητείες της θλίψης, τα άωρα και τα μυστικά, τα καρνάγια, τα πλοία, τη σκουριά, τα κομμένα χέρια, τους θεούς και τους δράκους. Νόμους δεν έχω ούτε βαρύτητα. Λύνω αινίγματα και λύνω ίχνη. Δεν είμαι ένα φυσιολογικό ψάρι. Δεν είμαι ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Φυγάς είμαι. Με υπερθετικές αναπνοές που δε χωράνε στα βράγχια, άλλοτε ύποπτες και κάποτε δειλές, σαν προσωπικά σύμβολα ελευθερίας. Είμαι ένας διχασμένος φυγάς με διαστάσεις θανάτου. Οι μουντζούρες απλώνονται στην κοιλιά μου. Τις ημερώνω με μερικά χάδια πριν βυθίσουν τις νυχτερινές ώρες σε μια ερημιά βαριά και αφόρητη. Τις δροσίζω με εισπνοές. Υπενθυμίζω στο χαρτί πως πρέπει να μείνουμε ζωντανοί μέχρι τουλάχιστον να ξημερώσει. Μετά εντάξει. Μπορεί να το καταπιώ και να πεθάνω. Η μπορεί να με καταπιεί εκείνο και να πεθάνω.





Το πλήθος άγνωστο κι ολέθριο με προσπερνά με φαρέτρες έτοιμες. Το κοιτάζω με το βλέμμα του δολοφόνου. Περπατώ. Κοιτώ κάτω. Παρατηρώ τους λεκέδες στο πεζοδρόμιο από πέλματα λασπερά. Λεκέδες που ορίζουν κατάγματα. Μυρίζει θυμίαμα και λιβάνι που καίγεται. Με ελευθερώνει για λίγο το κάτω βλέμμα. Δεν χρειάζομαι δικαιολογίες στην περιπλάνηση της ενδοχώρας μου. Είμαι αόρατη στο πλήθος.
Ρίχνω στο πεζοδρόμιο μια τελεία σαν πέτρα ακούγεται αλλά είναι μαλακιά και διαλύεται και απλώνεται και σαν μελάνι μωβ κι αυτό είναι το τίμημα της φευγαλέας ελευθερίας μου. Πηδάω τις πλάκες του πεζοδρομίου όπως το άλογο στο σκάκι. Ν’αποφύγω το μελάνι πριν στάξει μέσα μου αργό δηλητήριο. Μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Δαγκώνω τα λέπια μου. Καθαρός φόβος. Τον διεκπεραιώνω. Περπατώ βιαστικά. Κολυμπώ με αφοσίωση και προσήλωση. Χτυπάω την ουρά μου στο πεζοδρόμιο, έχω αποφύγει την κηλίδα. Το χαρτί μέσα μου ανάβει και βγάζει ένα φως μικρής φωτιάς. Με καίει. Έγινε καυτό σίδερο. Πυρωμένο μέταλλο. Χαϊδέυω ξανά τις μουντζούρες να τις ησυχάσω πριν γίνουν χιόνι και πάγος.
Κολυμπώ στο δίχτυ και κρατώ ζωντανή την επιθυμία της ελευθερίας. Μόνο αυτή επέζησε. Οι άλλες κείτονται η μία πάνω στην άλλη στους σωρούς των δολοφονημένων επιθυμιών.
Πλήθος. Παράσιτα. Λέπια. Έχω αντίληψη μόνο των δύο διαστάσεων. Ξαναμικραίνω ώσπου να γίνω ψάρι και μετά σημείο. Ένα φινιστρίνι πάρωρο και ραγισμένο σ’ένα ναυάγιο στο βυθό. Ένα ψάρι δίχως πτερύγια, δίχως μάτια. Μα μ’ένα χαρτί να κυοφορείται μέσα του, να κολυμπάει σιγανά κάτω από το δέρμα, να κάνει πόλεμο κι επανάσταση ψιθυρίζοντας ελευθερίες που δεν έζησα με νεύματα που θα μου στοιχίσουν μεγάλες ανάσες και μνήμες της μικρής ζωής μου.
Και τώρα περπατώ και όλα γυρίζουν ανάποδα. Και η θάλασσα είναι από πάνω μου και στάζει σκουριά από παροπλισμένα και ναυαγισμένα καράβια. Κι ο ουρανός είναι κάτω από τα πτερύγιά μου. Σαν ασάλευτη μοίρα με προσπερνά ασθμαίνοντας μια αγέλη από αστέρια. Κολυμπώ ανάμεσά της και πιάνομαι σε ένα από αυτά. Τα υπόλοιπα τα πατάω και όλα ανάποδα. Και όλα ο ίδιος κύκλος με τις αστροφεγγιές. Τα ίδια αστέρια ποδοπατημένα και νεκρά. Τα ίδια απεχθή μου λέπια. Και ίδια η στιγμή, παραφυάδα που απλώνεται-καινούριος φόβος- τύψεις-,με καινούριους φόβους ξορκίζονται οι παλιές πληγές, οι άλλες οι αναίμακτες ποτέ δεν είναι αλήθεια. Μόνο αυτές που κλωσάνε λέξεις και μουντζούρες και όσες επωάζουν αστέρια από σταγόνες σκουριάς ναυαγισμένων πλοίων.







Κάτι χρυσίζει. Μια δροσερή κλωστή κρέμεται από τη θάλασσα, πλεγμένη από αλμύρα και φεγγαρίσιο φως.
Αν καταφέρω να την πιάσω, να στηριχτώ πάνω της έστω και να μετεωρίζομαι. Να σωθώ πριν με καταπιεί το χαρτί με τις μουντζούρες αλλά και πάλι δεν ξέρω. Ίσως αν με καταπιεί να σωθώ.
Άλλωστε ξημερώνει. Χρόνο δεν έχω.
Και ίσως να σωπαίνω για μια ζωή. Και ίσως ζήσω για πάντα σε ένα κλαδί που θα το έχει στοιχειώσει ένα αηδόνι. Φόβους δε θα’χω ούτε χαρτιά ούτε μουντζούρες. Δεν θα ξανακολυμπήσω στο βυθό ούτε σε δίχτυα ούτε στο δρόμο θα περπατώ. Θα είμαι εκεί στο κλαδί, ένα ακυρωμένο αμφίβιο, ένα ψαροπουλί χωρίς φτερά και πτερύγια, χωρίς λέπια και μάτια μα με ένα χαρτί που θα κολυμπάει για πάντα μέσα μου, γονιμοποιώντας τις πιο ακραιφνείς ιδέες μου, που δεν θα χρειάζεται να οργανώνονται πια, και θα στέκεται στην καμπύλη του ουράνιου τόξου που θ’ανθίζει στο θώρακά μου και μετά θα γλιστράει και θα πέφτει με φόρα απ’αυτή την τσουλήθρα στο αίμα μου, και θα ξεκινάει καινούριο ταξίδι μέσα στις φλέβες με σχεδία ή πλωτό καραβάκι. Κι εγώ θα είμαι ο Νείλος του πάνω σε ένα κλαδί και η θάλασσά του μέσα σ’ένα δάσος βροχερό και απεγνωσμένο. Και από φυγάς θα γίνω παρατηρητής πεταγμάτων και αηδονιών που θα τραγουδούν ανέμελα την άνοιξη, δε θα έχω τίποτα να καταγράψω, όλα θα γράφονται στο δέρμα μου και στα μαλλιά μου, και στον οισοφάγο και στο στομάχι και στις φλέβες, στο αίμα στην καρδιά και στα κύτταρα. Γύρω μου αέρας, ήλιος ελευθερία χωρίς τρόμο κι αναπηρίες.
Από πάνω μου η θάλασσα και κάτω ο ουρανός με τ’αστέρια κι οι αρπακτικοί βυθοί εξαφανισμένοι ή αόρατοι εκεί όπου το δαιμονικό και μελανό σάλπισμά τους θα σημάνει έναν παλμό που θα ακυρώσει το λίγο μου.
Ανάσταση ο θάνατος είναι που όλο φεύγει επιστρέφοντας κι επιστρέφοντας έναστρος φέγγει παραμυθιακός με νανουρίζει σε ύπνο μακάριο κι από πάνω θάλασσα πάντα με χάρτινα πέπλα και λέπια χρυσά και πέταλα επιταφίου, εκεί όπου πάντα ανταμώνουν οι γραφές, οι ανάσες οι σταυρώσεις και οι αποκαθηλώσεις.
Με τις πληγές ορατές ή αόρατες να υποδεικνύουν σημαντικά περάσματα για να βγεις ζωντανός από μέσα σου.