Παρασκευή, 7 Μαρτίου 2008

το τρένο




Έχει απέναντί του ένα κορίτσι ξένο…ανέκφραστο…
Με μάτια πλυμένα από μια βροχή κίτρινη,λες…
Τα βλέμματα μεταξύ τους συνεχίζουν…
Το τρένο κυλά σε ράγες που συρίζουν επίμονα…
Εκείνη κλείνει τα μάτια…και θυμάται που τα παιδιά στο σχολείο τη
Φώναζαν Νέρωνα…χαμογελάει
Εκείνος κοιτάζει έξω τα τοπία που τρέχουν…
Είναι οι δύο τους…ξένοι…σ’ένα τρένο βιαστικό…
Το κορίτσι ονειρεύεται μια λίμνη τεράστια…ήρεμη…
Εκείνος κρύβει στη μέσα τσέπη του παλτό του ένα περίστροφο…
Είναι οι δυο τους…ξένοι…μόνοι…άγνωστοι…σ’ένα τρένο γρήγορο…
Για μια στιγμή ο άντρας σταματά να κοιτά έξω…
Την παρατηρεί…
Εκείνη ονειρεύεται ένα κόκκινο αερόστατο και μια κιθάρα…
Εκείνος σηκώνεται…είναι αμήχανος…βάζει το χέρι στην εσωτερική τσέπη να βεβαιωθεί ότι το περίστροφο είναι εκεί…
Βηματίζει νευρικά…ξανακάθεται…κοιτάζει πάλι έξω…
Το τρένο σφυρίζει
Φτάνουν σε κάποιο σταθμό…
Η ώρα έχει περάσει…
Εκέινη ανοίγει τα κίτρινα μάτια και τον κοιτάζει…ενοχλημένη που ένιωθε
Τα μάτια του πάνω της…
Με μια παιδική κίνηση στρώνει τα μαλλιά της…αμήχανα…
Ο άντρας ρίχνει το βλέμμα…
Σωπαίνουν με μια σιωπή άγρια….απύθμενη…
Η σιωπή της είναι νοσταλγική…
Η δική του έρεβος…
Στο σταθμό δεν ανεβαίνει κανείς…
Το τρένο ξαναξεκινά…
Εκείνη παίζει με τα δάχτυλά της χωρίς να τον κοιτά…
Εκείνος σηκώνεται….πλησιάζει το παράθυρο…
Το ανοίγει…λευκός αέρας μπαίνει και σαρώνει τις προηγούμενες μνήμες τους…
Το κορίτσι σηκώνεται και πλησιάζει το παράθυρο…
Στα χέρια της κρέμονται βραχιόλια…
Έγινε νύχτα…ο ουρανός μαύρος…
Σιωπή…
Τώρα είναι κοντά οι δυο τους
Έχει αέρα…στα μαλλιά της- ανακατεύονται-χαϊδεύουν το πρόσωπό του
Εκείνος μετράει από μέσα του δευτερόλεπτα…
Εκείνη βλέπει μια νυχτερίδα που διασχίζει το λευκό αέρα…
Γυρίζουν στις θέσεις τους…
Ξένοι πάλι…πιο ξένοι…
Εκείνος κλείνει τα μάτια…σειρήνες περιπολικών ακούγονται μόλις τα κλείνει κι έτσι τα ξανανοίγει αμέσως…
Εκείνη περιμένει…
Δεν ξέρει τι περιμένει…ν’ ανοίξουν ίσως μια κουβέντα…
Εκείνος δεν έχει δύναμη…
Δε χρειάζεται να μιλήσει…
Εκείνη σκέφτεται έναν θάνατο σε ανατολίτικο παραμύθι
Εκείνος μια αίθουσα χειρουργείου
Εκείνη καταφάσκει στην αρμονία του παραμυθιού και χαμογελά
Εκείνος διυλίζει την πίκρα του
Έχει κουραστεί με τις σκέψεις του που τρέφονται από μανίες
Αδημονεί να ξαπλώσει σ’ένα φέρετρο
Εκεί να χωθεί και να ξεχάσει και να ξεχαστεί μακριά απ’όλουςσκέφτηκε για μια στιγμή να της ζητήσει να τον πυροβολήσει,όχι-
Εκείνη μετακινείται ελαφρά από τη θέση της, έχει μουδιάσει
Με την κίνησή της ελευθερώνονται πνοές από το άρωμα του κορμιού της
Εκείνος σαστίζει που κάτι δικό της τον διέγειρε-
Σαν αντεστραμμένη αλήθεια μοιάζει το κορίτσι
Θυμώνει ξανά και μισεί ό,τι σκέφτεται
Μια αλυσίδα ελαττωματικών ψυχικών συμβολισμών
Σαν να έχει κιόλας πεθάνει και να βρίσκεται σε μεταθανάτια υπνοβασία
Χτυπάει το τηλέφωνό της εκείνη το σηκώνει και μιλά χαμηλόφωνα
Συνήθη τετριμμένα τηλεφωνήματα από αγαπητικούς του κώλου-σκέφτεται εκείνος-
Τυφλές ανταποκρίσεις σε χυδαίες προκλήσεις από κενούς νεαρούς
Βγάζει το μπλοκάκι του κάτι να γράψει-το μετανιώνει-το βάζει στην τσέπη του-
Εκείνη συνεχίζει να μιλά και να γελά ψιθυριστά
Εκείνος αναστατώνεται που εκνευρίζεται-για μια στιγμή-για το ταξίδι την ήθελε δικιά του μόνο-τι λέει?-την ήθελε δικιά του μόνο-πριν σκεφτόταν το φέρετρο και τώρα…
Εκείνη επιτέλους το κλείνει και αρχίζει να μουρμουρίζει ένα σκοπό
Εκείνος αναμασά τις κουρασμένες αξίες του-το κορίτσι του μοιάζει με θεότητα του άλλου κόσμου-σαν Περσεφόνη και Ευρυδίκη-
Εκείνη τον κοιτάζει με μια στοργή παράξενη-
Εκείνος νιώθει έναν ήρεμο πανικό…
Ακούγεται μια μονότονη ψαλμωδία…
Η κοπέλα σηκώνεται και η αύρα που αφήνει πίσω της είναι ωμή και φονική
Εκείνος ταράζεται ξανά…και νιώθει ένα κάψιμο στο λαιμό και στον ουρανίσκο
Εκείνη σκέφτεται πως θα ήθελε ένα δαμάσκηνο
Εκείνος σκέφτεται πως τα μαλλιά της είναι φεγγαρίσια
Στον εξωραϊσμό της φαντασίωσής του…
Πομπώδης ψευδαίσθηση…
Εκείνη επιστρέφει από το παράθυρο
Με μια συμπυκνωμένη μελαγχολία
Εκείνος σκέφτεται ότι σταμάτησε να τη θέλει
Την προτιμούσε όπως ήταν πριν στο τηλέφωνο
Ανώριμη και σαχλή
Τώρα νιώθει απέχθεια στη θέα των μελαγχολικών της ματιών
Είναι θλιβερά τα μάτια της
Εκείνη σαν σε παρατεταμένη διάρκεια παραίσθησης
Γέρνει στο πλάι ξανά και κλείνει τα μάτια
Σκέφτεται πως την Κυριακή στην εκκλησία θα πρέπει να είναι όμορφη
Ανοίγει τα μάτια και τον κοιτάζει απότομα
Τα μάτια του είναι απαίσια σκέφτεται-γυαλιστερά σαν του αρουραίου-
Μια σιωπή παλλόμενη από υπαινιγμούς,
Σε μια αέναη διαρροή του παρόντος
Δυο ξένοι που ξεγέλασαν ο καθένας το δικό του θάνατο.