Τρίτη, 11 Μαρτίου 2008

αποστολέας


Του επιτηδεύματος το απόκρυφο, αθώρητο, άμεστο άχθος,
στις αποσκευές των διακοπών.
Αθέατο το μωβ. Το ιώδες.
Στο ανάλγητο κέφι των θαμώνων,
στα κλειστά κέντρα της θλίψης,
οι ακρωτηριασμοί των ενοχών,
ισχύουν ως εστίες μόλυνσης.
Στα σύννεφα πάντα θα κοιμούνται οι στεριές,
κι εγώ ολόγυμνη στους καρπούς και στις παλάμες σου θ’ απλώνομαι.
Εσύ θα είσαι ξαπλωμένος ανάμεσα σε Ιθάκη και Κεφαλονιά.
Το μάγουλό σου, όπως το θες, θ’ ακουμπάει την Ανωγή,
στη Μονή Καθαρών…
Ο αστράγαλός σου θα γαργαλάει τη Σάμη.
Ο αφαλός σου στο ακρωτήρι του Αϊ-Γιάννη θα σου χαϊδεύει το
σταυρό, άρα και το όνομά σου.
–Μαζί μου θα κοιμάσαι… –
Στις πατούσες σου θα τρέμουν τα ελάφια του Αίνου,
θα τραγουδούν τα κύματα απ’ τις Φρίκες στα χείλια σου.
Όπως το θες. Όπως το θες.
Και τα δάχτυλά σου, το χέρι σου πιο μέσα απ’ τον καρπό
θ’ αργοκινούνται
λικνιστικά στα υδάτινα άγρια ρεύματα σαρκοφάγου περιβλήματος.
Στο μακό η παραχάραξη…
Του ωκεανού καταρρακτώδης η φόρα
Κι η φορά της υδρογείου αλλάζει
Τρέμω και σε βρίσκω ανάμεσα στα τόπια τα χρυσά
των αναγκών και στων επιθυμιών το στερέωμα το δίφυλλο.
Στα ραβδιά των μαγισσών,
και στης Κοκκινοσκουφίτσας το καλάθι είσαι
μανιτάρι και βατόμουρο.
Στο ακρότατο όριο – κλαδί του ψηλού δέντρου,
–ευκάλυπτος είναι που σου αρέσει –.
Του έρωτα μυστικά θλιμμένα δαιμόνια,
ανάμεσα σε Ιθάκη και Κεφαλονιά.
Τόσο κοντά στον αέρα. Τόσο μακριά στη στεριά.
Όλο και λιγοστεύει το χάος.
Πιάστηκε η μια σου ακτίνα στο Κιόνι.
Η ρόδα δε φεύγει από ‘κει.
Είμαι το μάτι σε πίνακα αφαιρετικό.
Στίβεις όλο το κόκκινο, το μεγάλο, το αφρισμένο κόκκινο,
Του πινέλου μέσα του.
Γολιάθ! Πώς φεγγοβολάς έτσι!
Σε κοιτώ ξανά από το άπειρο φάσμα του κόκκινου πλανήτη.
Μ’ έφτιαξες παγώνι κερασφόρο
και δίκοπο χτύπο.
Αχ! Τρέξε, τρέξε πίσω απ’ το ίχνος μου φόβε που μ’ αγαπάς
τόσο λίγο.



από τις "Τρομπέτες του Οκτώβρη"