Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2008

ΙΠΤΑΜΕΝΗ ΤΕΦΡΑ








Βράδυ ψιθύρισε το χέρι μου, που γράφει…ξεκινώντας από αυθαίρετη αφετηρία…
Να θυμάμαι, ψιθύρισε, μοραία όπως το χαμόγελό μας…
Διατατική η μνήμη και διστακτική, απλανής σ’ένα χάος που το γυρίζει συνεχώς σαν ιπτάμενη τέφρα που αδημονεί να μουλιάσει σε νερό βαθύ και σκοτεινό
Συμπαγείς οι σκιές, αδιαπέραστοι οι δείκτες των ρολογιών
Σκονισμένα χαμόγελα, από παλιά, χαρακωμένα, δειλοί κυματισμοί σ’ένα στέρεο πρόσωπο που δε συσπάται…
Καρικατούρες της σιωπής και της πλάνης της, ή μια αντεστραμμένη αλήθεια, όλο και πιο άτολμη…που αποβιώνει αργά…
Στο μαξιλάρι να κοιμούνται δύο γατιά παραδομένα σε κάτι ανεξιχίαστο σαν παραίσθηση παρά ύπνος μοιάζει…
Και η πόρτα σφαλισμένη απ’έξω
Κάποιος με κλείδωσε εδώ
Ο άλλος μου εαυτός θα είναι πάλι
Έχει κέφι για παιχνιδάκια, φορείς της ματαιότητάς του
Κοιτάζω απ’τις γρίλιες. Ησυχία. Στάσιμη
Πίνω κρασί ή νερό δε θυμάμαι, αυτή η αμέλειά μου, όλες τις μορφές της αμνησίας, συνοδεύει…
Η μνήμη ασθενεί στα ωφέλιμα ανταποδοτικά της φορτία
-ανδραγάθημα είναι?-
Σαν αντιδραστική έφηβη, η πιο πεισματάρα απ’όλα…
-κι άλλοτε πάλι με την ιδιαζόντως μισητό της φασματικό συνώνυμο, θεότητα που διανέμει ποινές, ανάλγητη-
Σύρσιμο ήχου από τις χαραμάδες, προσπαθώ να τον ψηλαφήσω
Δεν πιάνεται…σαν τυφλή ανταποκρίνομαι
Σαν υπνοβάτης μετά τον «μεγάλο του ύπνο»…
Ανάλγητες κι αθώες οι απώλειες τέτοιων ωρών
Δυνατό φωνήεν και μελαγχολικό, χαώδες στη φθίση του,
Να έχει μόνο παρόν? Θα είχε μια στοργή το παρόν…
Το παρόν με τη μειωμένη επίγνωση…
Ρίγη μονότονα, τραυματίζουν απονενοημένα το μαύρο χρώμα
Παντοδύναμο και υστερικό, το διανύω με χάρη σε μια περίπλοκα επιτηδευμένη όρχηση…
Μετέωρη ξανά η μνήμη για κάποιες εικόνες προδίδεται και τραμπαλίζεται από το ταβάνι σαν πλέγμα ιστών από μικρές και πεινασμένες αράχνες
Ρουφάω νερό ή κρασί, δε θυμάμαι
Οι ιστοί έρμαιοι κυκλοφορούν ανάμεσα στην ιπτάμενη τέφρα, απλωμένα και πυκνά δίχτυα
Δε θυμάμαι να έχω εγχειρίδιο για τη διαχείριση των ιστών…
Ας πιω πυρ υγρό…
Τα νήπια γατιά γουργουρίζουν στο ενδιάμεσο του κάτι ευδαιμονικού, σαν την εξιδανίκευση μιας αρχαίας φαντασίωσης και την ασκητική σε πυθμένα συγκινητικό αλλά δηλητηριώδη…
Που σαλεύει στην αδέξια αδράνειά τους
Αγκαθάκια φωτιάς με τσιμπάνε από το τζάκι, στημένος ο μυστικισμός…για να ψεκάσει τη ρομαντική καθήλωσή μου στη γραφή, μα ο αντίλαλος λακωνίζων…
Οριακά προσπαθώ να συγκεντρωθώ, στη μνήμη, στη γραφή, στο φόβο
Οι ιστοί λικνίζονται και γνέθουν όχι, όχι, όχι, αρνήσεις πλεγμένες με αφρόντιστη επιμέλεια στη σειρά
«θα ασχοληθείς και λίγο μαζί μας…»
Με πιάνει κάτι και ανοίγω την ντουλάπα, βγάζοντας έξω μια τεράστια μαύρη ομπρέλα, την ανοίγω και στέκομαι από κάτω της…
Φαντάζομαι ότι βρίσκομαι σε δάσος σκιερό, πυκνό, δίχως ξέφωτα
Κάτι πάει να με πνίξει πάλι…
Κάποιος κόμπος, κάποιο βλέμμα, το γουργούρισμα των γατιών, κάποια υπόσχεση, μια εικόνα μόνη είμαι,
Ένα καλάθι με υποσχέσεις
Μια καραμέλα, η βροχή έξω,
Ένα βατόμουρο που το σηκώνω από το χώμα
Ένα κομμάτι ύφασμα λινό και άσπρο, καλοκαιρινό
Μια αλαφροίσκιωτη με σχισμένο μακό και γυαλιά μυωπίας…
Μια λάμψη εωσφορική κι ένα γέλιο σαν πυροβολισμός…