Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Φώσφορος


Κοίταζες την τρύπα που άφησε το καρφί στον τοίχο. Το βλέμμα σου βάθυνε στο διαμέτρημά της. Έσκισες το τηλεγράφημα και το πέταξες στον νεροχύτη. Φήμες, είπες. Κάπνιζες. Θυμήθηκες τη Λένα, το πτυχίο που δεν πρόλαβε να πάρει, τις βόλτες με τα ποδήλατα δίπλα στο ποτάμι, πώς τρέχαμε, που παίρναμε τα πρώτα παγωτά κάθε 25η Μαρτίου. Κάπνιζες συνεχώς και περίμενες την Κάλλη να τελειώσει το φροντιστήριο. Βαλτετσίου, είχες το μηχανάκι χαλασμένο με τρύπια εξάτμιση. Όλους τους θυμήθηκες εκείνη τη νύχτα που καίγονταν η Αραχόβης. Καθήσαμε στο μπαλκόνι, ο Μίμης έπαιζε κιθάρα, εγώ τραγούδαγα Στέλλα Χασκήλ, κουβεντιάζαμε με τα πουλιά στη Στουρνάρη. Κάηκαν τα δάχτυλά σου. Έφτασε η καύτρα στο δέρμα και τώρα είναι χρυσά για τους ραψωδούς στην Ύδρα. Ναι, υπήρξαμε σατιριστές κάποτε και ίσως να θυμώναμε, αλλά δεν φθονούσαμε κανέναν. Ήταν όμορφα στην Αρχαία Αγορά και στο Ερεχθείο. Εν τούτω νίκα, λέγαμε, ξεχνούσαμε τους νεοπεινασμένους -τσακάλια που μας την έστηναν μεθοδικά στις γωνίες- με σχιζοηχητικά τέμπο εμείς, αφελείς, μοιράζαμε τα φλάινγκ, Καλλιδρομίου για τις συναυλίες μας και γκουντμπάι Λένιν. Πληθωρικά αρνούμαι, βουλιμικά έτρωγες το σπασμένο γυαλί, τους κάκτους, τα φέρετρα σκέπαζαν κάποτε με στοργή τα παλιά όνειρα, για να μην τα θάψουμε βαθιά στο χώμα. Τότε δεν γνωρίζαμε τη δυστυχία να είσαι αγάμητος. Είχαμε τον νου μας στα εκμαγεία-και τώρα είναι ευπώλητα όπως ο θάνατος. Παραβατικά θέματα, ας μην τα κουβεντιάσουμε άλλο, είπες, έστριβες κι άλλο τσιγάρο και τα αγγεία στις κόρες σου, ακτινωτά σαν ρόδες ποδηλάτου, έλαμπαν. Φώσφορος. Φλοράλ και Bοξ, να διαμελίζονται οι άγγελοι, μάνα μου τα κλεφτόπουλα είναι λαμπιόνια στη σειρά, σαν πάλκο σ’ ένα καράβι που φεύγει πάντα και λιμάνι δεν έχει γαμώ τα πέριξ, διευκρίνιση: λιμάνια εννοούσα, είπες, αλλά και ποια η διαφορά και τι σημασία έχει. Στα σφαιριστήρια κοιμούνται τώρα μισθοφόροι άγγελοι, οι επίμετροι θεοί παίζουν στα τρανζιστοράκια κι εμείς στα Χαυτεία ψάχνουμε ανθρώπους να μας μοιάζουν, να τους μοιάζουμε. Ρώτησες για τη Μαρία. Προκειμένου να δει το όνομά της πρώτο σε μαρκίζα, φιλούσε κατουρημένες ποδιές και μετά από το χολερικό γράμμα του Πέτρου, σχεδίαζε κόμικς -εσύ χλωμός κι αμίλητος πια, zero point στο τσιγκέλι- είπα κάτι να γελάσεις, ένα χαζό αστείο- ρεγγίνα ρόζας άματ, χιονάτη, σταχτοπούτα , ντραγκ & ντροπ, στα ροκ & ρολ άσυλα, στο κοινόβιο - πρόδρομος του αβίωτου. Έξι φεγγάρια σύνολο. Πώς κλαίνε τη νύχτα. Καίγονταν και τα νύχια σου, έγειρες στο πλάι, έτρεμες. Να πετάξουμε απ’ το παράθυρο, επαναλάμβανες αυτιστικά. Γίναμε βρικόλακες, μας εξόρισε η αγοραία κουλτούρα-ψυχωσικό επεισόδιο. Μετά τη νεύρωση, θηλαία και πρόωρη ήρθε η εκσπερμάτωση από τον εγκέφαλο. Έκαψες τα χέρια σου ως τους καρπούς, έφτασε η καύτρα στο στήθος.

Eίναι η συνέπεια αυτή, της θεωρητικής σκέψης. Της καταπιεσμένης επιθυμίας, παράρτημα.
Ένα μικρό τρισάγιο.
Έπειτα που έφυγες, έμεινα τελείως μόνη, έδεσα μια μαύρη κορδέλα στα μάτια, άρχισα να θυμάμαι κι εγώ. Το ψωμί που κλέβαμε απ’ το φούρνο, ελβιέλες απ’ τα ανοιχτά στη Θεμιστοκλέους, βιβλία απ’ τα υπόγεια, ροδάκινα απ’ τα καφάσια, τυλίγαμε το μωρό μ’ εφημερίδες να μην κρυώνει, τις Άνοιξες σουρώναμε με μαυροδάφνη και απ’ τις νεραντζιές έκοβες τα λουλούδια, τα ‘ριχνες στα μαλλιά μου, σου άρεσε που σκαλώνανε. Θυμήθηκα. Κι ήταν αργά για όλες τις μνήμες που σε φέρνανε πίσω, γιατί είναι ανυπόφορο να θυμάσαι, όταν θες να ζήσεις.

Δημοσιεύτηκε στην Ανθολογία του Black Duck 2011