Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Eric Bowman


Βγαίνοντας από το Εσπέρια, στην αριστερή τσέπη μαραίνονταν ο βασιλικός και τα χέρια μου τσάκιζαν κάτι αράδες από το τελευταίο σημείωμα. Δεν θα έβαζα τα κλάματα και το ήξερα, αυτή τη φορά, «το πέραν του ποιήματος», έγινε πέραν της οδύνης. Το μισό τσιγάρο που κρατώ, δεν με φτάνει ούτε μέχρι το σταθμό της Βικτώριας. Τα περίπτερα κλείσανε. Είμαι μονάχη σ’ ένα δρόμο που θολώνει προοδευτικά και παράλληλα με τον αμφιβληστροειδή. Το πέραν του ποιήματος το βάδισα, Θωμά, λίγο πιο κει, το λίγο πιο πέρα, το τραγούδησα, έφτασα και στο πέραν της οδύνης και τώρα να, στο πέραν της αβύσσου. Τι νόμιζες; Περπατώντας, ναι. Σιγοτραγουδώντας και ενθυμούμενη μια τις μάντρες με τις ξερολιθιές και μια τους ελαιούχους σπόρους της λεμονιάς. Η λοξή σημαία υποστέλλεται από λύπη, κι εγώ να, έρχομαι διαρκώς από μια νύχτα πηγαίνοντας σε μια άλλη, κόντρα στο χάραμα. Φόρεσα τα παπούσια και με τρόμο στα δάχτυλα έδεσα την κορδέλα στα μαλλιά μου. Από τέτοιες νύχτες κατάγομαι, θεατρίνα ίσως, μα απ’ αυτές κατόρθωσα τη ζωή κι όχι πατώντας πλήκτρα.
Τίποτα δεν μπορώ να κάνω πια γι’ αυτό, και μπορώ τα πάντα.


Τράνζιτο δωματίου / Υπό έκδοση

{οι σκέψεις του κειμένου μου, βασίζονται στο ποίημα Οδύνη του Θωμά Γκόρπα: Το πέραν του ποιήματος είναι μια δύσις φεγγαριού στην οδό Ιουλιανού μετά το οδυνηρό σώσιμο των τσιγάρων ξημερώνοντας...}