Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Σπείρα








στον Διονύση



Η αφήγηση επιστρέφει το φως στον διακόπτη. Ή το αρρωσταίνει. Μισώ αυτή τη λέξη.

Διστακτική επινόηση που έγινε επιδρομή. Δεν πείραξε τίποτα από το παρελθόν.

Σχολάει σε πέντε έξι οχτώ δέκα δώδεκα ώρες.

Μετεβλήθη η μεθόριος της παλάμης.

Επιτρέψ’τε μου να πλήττω. Μετά ξεχνάω τα πρόσωπα. Όλων τα πρόσωπα. Εκτός από τις παρακαμπτηρίους τους.

Τα πρόσωπα είναι όμορφα. Τα όμορφα πρόσωπα δεν ξεχνιούνται.Τα όμορφα πρόσωπα δεν είναι ανιαρά. Έχουν ιστορίες να πουν.

Όποιος θυμάται είναι νευρικός.

Η πρώτη Γυμνασίου θα πάει στον παράδεισο.

Bάδισαν στο downtown μιας παραίσθησης. Είχε στύση στα Χανιά κι αυτή επιδέσμους σε δύο δάχτυλα του χεριού και στον αστράγαλο. Στην Κομοτηνή.

Είσαι παρατηρητικός. Είσαι γυμνός. Έχεις το πιο όμορφο πρόσωπο. Όλα αυτά δεν ωφελούν.

Τους αλκοολικούς στις θέσεις του λεωφορείου. Στο Μαρόκο τους άνοιγαν τα στόματα κι έριχναν μέσα τους αράκ. Ήταν ήδη σε κώμα. Σου έμοιαζαν.

Δύο πλεονεκτήματα: ψαράς και ιππέας. Τότε προκύπτει μια άλλη αναποδιά.

Δεν σμίγουμε.

Δρόμος στατικός. Αχρονικός. Αυτοτελής.

Η συνοχή του φεύγω-μένω. Το φεύγω-μένω δεν είναι δύο πράγματα. Είναι ένα. Πάντοτε διακρίνεις το χάσμα αλλά διδάχτηκες να το πηδάς.

Συνήθως κάτω από το δέρμα. Όχι το δικό του. Του άλλου.

Οι ρυτίδες σου στα μάτια και στο χαμόγελο δημιουργούν μια ευθύνη. Μια υποχρέωση απέναντί σου.

Το υπόγειο έναντι- η θέρμη της ψηλάφησης. Τα σώματα πεσμένα. Μέχρι εδώ τυφλά.

Δεν με είδατε. Αγάπες. Ας έπεσα πάνω στα μάτια σας κι εσείς στα δικά μου.

Κάτι που μ’ έκανε να φανατιστώ.

Σαράντα μέρες. Έχουμε μνημόσυνο.

Η αφήγηση μεταβάλλει το φως. Μισώ αυτή τη λέξη.