Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2012

Bασίλης Στεριάδης (1947-2003), Τρία ποιήματα





Όμιλος του θανάτου


Σχεδόν σε είπε,
θα σε πει ρόμπα και χαμένο τσόλι.

Αν αγαπήσει,
θα σε πει και καλτσοδέτα
και διαιτητή μαϊμού.

Έξω από τις αγωνιστικές γραμμές
στις γειτονιές της εργατούπολης.

Τορίνο,
το πρώην λαϊκό αγόρι μπαίνει στο χρηματιστήριο
με τη Κυρία και τους μπανκονέρι.

Γι αυτό κι εσύ να προσέχεις, φυλάξου,
να μην κάνεις τη σφυρίχτρα σου τσίχλα.

Θα στη βάλουν ανάποδα
όπως και το σημαιάκι της δουλειάς
στο βοηθό σου.

Είτε περάσει ο καιρός είτε ου
θα πεθάνεις.

Να ερωτεύεσαι λοιπόν, όπως εγώ.

Και να τραγουδάς.

Σεντ Λούις μπλουζ.

Όπως στο Τενεσί από την αυτοκράτειρα.

Με τη φωνή της σκίζει την τρομπέτα.


Λίγο πριν ξεκινήσει
για τον ουρανό με τα διαμάντια.




Να σου ρίξω ρετσίνι στα μάτια;

Αγαπητέ μου Τάσο.
Για να πεθάνω και να 'ρθω αποκλείεται.
Δεν μʼ αφήνει η Κάτια.
Αλλά η Κάτια είναι τρύπια και λιγάκι τρελή
όπως πέφτει από τα σύννεφα
στο κουτί με τα κουφέτα.
Εσύ είσαι πεθαμένος και μπορείς και γράφεις.
Τρελός όμως δεν είσαι.
Οι πεθαμένοι δεν τρελαίνονται ποτέ
είπε κάποιος πεθαμένος.
Έχουν μια γλύκα στʼ αυτιά , μια ώθηση από μέσα
μια γραφομηχανή.
Έχεις εκείνο το χρυσό συναίσθημα
από το φλερτ της υδρογείου.
Είσαι άδειος σαν τον νοικοκύρη σου
το γαλανό νεροχύτη – τι απέγιναν
τα παλιά σου φλερτάκια, δεσποινίς ουρανέ;
Αυτό το καλοκαίρι
έχει μια αγάπη για σένα,
δια παντός αγαπημένος στα σκοτάδια.
Λυρική νύχτα με φρούτα στον κόσμο
και υγραέριο φως.
Να μου ρίξεις, αν θες, ένα γήπεδο.
Να μου ρίξεις τα άντερά σου.
Να μου ρίξεις καλύτερα ένα ολόκληρο τραίνο,
για την περίοδο της μη στενοχώριας.
Η γενική πλάκα.
Και ήθελα να φύγω με τα λεφτά μου
ή τη ζωή μου.
Φασαρίες και μη φασαρίες.
Θα ανεβάσεις πυρετό.
Τις γυρεύεις όταν τρέχεις Αθήνα – Πειραιά
και τανάπαλιν - τούμπαλιν;
Να μου αγοράσεις μήπως καμιά κοπέλα,
καμιά πέτσινη φιλενάδα;
Μοναξιές από τις μεγάλες μοναξιές σου.
Δεν υπάρχει κανείς.
Ξεφτιλίστηκες μαθητή Μιχαήλ.
Ποιον θα κεράσω φωτεινή μπύρα
που φέρνει γρουσουζιά;
Θα ήσουν κίτρινη στην παλιά σου παρέα.
Κοιμήσου τώρα πιο ήσυχη
όπως στο μεγάλο παγοποιείο.
Είσαι μια όμορφη κοπέλα
με τη μύτη προς το έλεος της γης
σα να ψάχνεις για πετρέλαιο.
Γιατί δεν φεύγεις και εσύ όπως οι φίλες σου;
Θα περάσει να σε πάρει το σπίτι σου;
Θα περάσει μήπως κανένα ταξί;
Τι άλλο θα περάσει;
Ένα τραίνο που φεύγει πολύ μακριά.
Μια γυναίκα γάτα μου είπε:
Χρόνια πολλά και πολλά φιλιά,
να προσέχεις τα τραίνα που φεύγουν μακριά
και γίνονται γάτες. 
Έχεις δύο λεπτά για να μαυρίσεις
δύο γαλλικά μέτρα δικά σου.
Πεθαμένος εφʼ όρου ζωής.
Με απαλά νύχια θα περάσεις τη βαθειά πόρτα.
Αλλά μη βήχεις
θα χαλάσεις το κοστούμι σου.
Θα χαλάσεις το πάρτι με τους λοξούς.
Κοιμήσου μόνο και μη σηκώνεσαι με τίποτα,
ούτε με ηλεκτρική σφαλιάρα,
ούτε με όλον τον τσιγαρόβηχα της Αθήνας.
Έτσι θα ξαναπετάξεις μέχρι την εταιρία του ουρανού
και θα φέρεις το μεγάλο εισιτήριο για βαθειά
και μικρότερα εισιτήρια- αγγούρια.
Ούτε για ταλέντα.
Ούτε για σινεμά.
Ούτε για το ξενοδοχείο του Μάρκου.
Γιατί ξέρεις το βάθος, το κόκκινο νούμερο
Και στο βάθος αλλάζουν φανέλες οι ψυχές
«φόρεμα μείνε αεράτο για κείνον»
πεθαμένος ξανά και ξανά
το πρωί θα είσαι ήρεμος
αλλά πρόσεξε το βράδυ.




Γαλάζια Κόρινθος

Ουρανός.
Ο όποιος ουρανός να πάει να φέξει.
Το μεγάλο λαχείο «σιγουριά της ανοίξεως».
Εν τω μεταξύ η νύφη η παντοτινή
με τα γαλάζια μυρμήγκια στην τσάντα της.
Λευκό- κίτρινο χρήμα του Μαΐου
και του Πανεπιστημίου.
Να ήταν μπύρα ή να ήταν νύχτα
Αχτύπητη μπόρα
Με τα ψώνια
Με την κιλότα
Η επαρχία με ψώνια τρουακάρ
Και το αρχιψώνιο τη Μαρία για σταρ
Η επαρχία μασάει τον Ρενέ Σαρ.
Θα πρέπει να έχω θαφτεί
Η σχεδόν να έχω παντρευτεί
Μαζί με όλα τα βουτυρωμένα και τα φωτεινά
Όπως κατέρχονται από τον ουρανό
Ο Μιχαήλ και οι άγγελοι
Η μαστίχα της νύχτας
Το αμάξι μου ή ένα λουλακί σχολείο
Το καπέλο μου ή ένας άγριος πυρετός
Μέσα στα ελληνικά χόρτα
Σε ποιο οροπέδιο πατάω;
Της Αγίας Παναγίας των αγγέλων;
Τίνος είναι το τραγούδι
Ο αδέσποτος σκύλος;
Πληγή ζώσα που πέθανε
Κακιά και πονηρή
Από το ποίημα γαλάζια Κόρινθος
Μέχρι το ποίημα Λουλού.
Λουλού, τα μάτια σου τέσσερα
Λουλού, το γαλάζιο μου κέρατο.
Τα άντερά μας, Λουλού
Το παντελόνι σου έγκυος
Τα όνειρά σου γεμάτα κοτόπουλα
Τα χαλασμένα σου φώτα στο δρόμο του κερατά
Λουλού, είμαι νούμερο, μη τα βάζεις μαζί μου
Που πήγα στο διάβολο
Κράτα τα πόδια σου κλειστά Λουλού.