Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

Mισipι










Σκέφτομαι πάντα το Μισίρι νηστικό
από μαντίλια και μαγικά χαλιά
Ένα καπέλο που υποφέρει
και σένα να κλαις να κλαις αδιάκοπα
στο παζάρι που πουλάνε μυστικά.
Είσαι τρελός ηρέμησε.
Ένα ανθοπωλείο έζησε τα παιδιά που δεν γεννήθηκαν
και το κανονάκι σάρκωσε τον ομφάλιο λώρο τους
Θυμήσου εκείνο το φεγγάρι που έπεσε
κατακόρυφα στη μέση του πανηγυριού
Θα το είχα κάψει ολόκληρο αν δεν λυπόσουν
αν δεν λιποθυμούσες κι αν το δίκαιο της σιδηρουργίας
δεν σ’ έκανε να δεσμεύεσαι με σύννεφα άστρα
και δεν ξέρω τι άλλο απ’ αυτά που δεν πιάνονται
Περπατούσα τυχαία κρατώντας το παλιό τσεκούρι
το φαράσι από αλουμίνιο όταν
το κέρμα έδειξε πως
για κανέναν δεν είμαι εδώ
Αφού τον όρκο μάζεψες
σε καλώ να πιεις νερό
μέσα από το στόμα μου ασήμαντα αλλά υψωμένα
Ένα μαντίλι ένα καπέλο ένα φεγγάρι ένας όρκος
το τσεκούρι και το φαράσι. Διάλεξε.
Γνωρίζεις την κίνηση να μείνω ζωντανή μα προδομένη.
Μια μέρα που θα είμαι πολύ προδομένη
θα με τρυπήσουν με την άκρη ενός μολυβιού
και θα με ρίξουν σαν πεθαμένη πεταλούδα στο λάκκο


Μα ακούστε!
Εγώ είμαι ακροβάτης.
Φυλάω στην τσέπη μου κλέφτες.
Το Μισίρι είναι μες στη ζωή μου τσιγγάνα.