Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

Άννα Παυλίδου, Περιμένοντας το φιλί του χρυσόψαρου *







Ήμουν ένα σπίτι με την πλάτη γυρισμένη στον νοτιά. Κάθε Φθινόπωρο, ρόδινα χωνιά κρέμονταν στον δυτικό μου τοίχο, σαν τους άγρυπνους λήθαργους Όμορφης Δέσποινας. Ο κάμπος κάθε ανατολή άφηνε το πούσι να κοιμάται στις λόχμες της λίμνης και διέσχιζε τα σύννεφα, πριν ακουμπήσει αρώματα τριαντάφυλλου στο κεφαλόσκαλο. Ο βοριάς, πάντα απ’ τη μεριά της θάλασσας, σκάλιζε για χρόνια γοργόνες στα παραθυρόφυλλα. Μου ‘στελνε γυαλόξυλα και κουρασμένους ναυτικούς στο μυστικό μέσα κήπο. Με φώναζαν Ιωσήφ.
Μια στέρεη πέτρινη αγκαλιά, με ασφαλείς κρυψώνες για παιδικές φωνές και παιχνίδια. Ήσυχες γωνιές…Αδιόρατες ραγισματιές γεμάτες όνειρα κι οπωροφόρα. Πάντα παρών στα μυστικά της σοφίτας και σε χαραγμένα σύμβολα στα σκαλοπάτια του υπογείου, λαχταρούσα έναν βυθό ή έναν ουρανό, να βυθιστώ, να με γνωρίσω.


Όταν ήρθε εκείνη, περνούσα ώρες στη γούρνα του συντριβανιού, κάνοντας ασκήσεις άπνοιας και περιμένοντας το φιλί του χρυσόψαρου. Δεν θυμάμαι τ’ όνομά της. Θυμάμαι μόνο ότι ζούσα την ύστερη εποχή των δεινοσαύρων. Είχαν μόλις χαθεί μαζί με τα χρυσάνθεμα, πάντα αθώοι, αγνοί και αφελείς. Δυσκολοπροσάρμοστοι και χορτοφάγοι. Αναρωτιόμουν, ποιος θα σκαλίσει τις βραγιές, όταν την ένιωσα να πλησιάζει από τον νοτιά και το φόβο μου. Άκουσα το κελάρυσμα του νερού να ποτίζει τα μούσκλια πριν τις βερυκοκιές και κατάλαβα πως κουβαλούσε τη σελήνη και τις παλίρροιες. Σαν να μη με πρόσεξε, σχεδόν αδιάφορη, μπήκε αθόρυβα, ψιχαλίζοντας ελπίδες. Χαμογέλασε στην ανατολή, κρέμασε το άρωμα απ’ τα φθινοπωρινά τριαντάφυλλα για κουρτίνα. Έστρωσε τραγούδια στο πάτωμα. Προσεκτικά εξημέρωσε με χάδια τις γοργόνες. Φούρνισε ψίχουλα και τάισε τα πουλιά. Πότισε ζεστή κοτόσουπα τους ναυτικούς που βρήκε να παίζουν σκάκι στην πίσω αυλή. Έπειτα, στοργικά, τους έσπρωξε για καλύτερα ταξίδια, σε θερμότερες θάλασσες. Με κοίταξε βαθιά στην καρδιά και σαν είδε τις ρωγμές στον ίσκιο μου, φύτεψε τρεις πορτοκαλιές μπροστά στην πόρτα, πριν την ανοίξει στον Νοτιά.
Με τους καρπούς της μιας, υγρούς και κόκκινους, εφτά χρόνους γλύκανε τα παιδιά. Κάρφωνε με μοσχοκάρφια τις φλούδες τους στα ξύλα που έκαιγε στο τζάκι. Γουργούριζε παραμύθια σαν γάτος. Αλλά ζητούσε να ευχαριστήσουμε μαζί τις ψυχές των προγόνων, πριν μου διηγηθεί τα πάθη και τα κέρδη τους.


Δεν θυμάμαι τ’ όνομά της. Ούτε θυμάμαι πώς άρχισαν να ελαφραίνουν οι πέτρες, την ίδια στιγμή που βαθαίναν οι ρίζες μου. Πώς άλλαξα θεμέλια, αρμούς και προσανατολισμό.


Με λένε πάλι Ιωσήφ. Όμως τώρα δεν περιμένω άπνοος στο συντριβάνι το φιλί του χρυσόψαρου. Όταν επιθυμώ ουρανό, ταξιδεύω με τους γλάρους του βοριά και καλοδέχομαι το βυθό και τα τρελά φεγγάρια του Νότου. Δωρίζω ταπεινά όσο φως μαζί της σύναξα και καίω στον κάμπο την ομίχλη για να λιπάνω τα σπαρτά.


Βρίσκομαι εδώ με ανοιχτά όλα τα παράθυρα. Για τα μελίσσια που χάθηκαν στο δρόμο. Τα αηδόνια που τόλμησαν να μεταναστεύσουν. Τους σπόρους που ζήτησαν να φυτρώσουν. Τα όνειρα που αιτήθηκαν πράξη.
Βρισκόμουν εδώ τον καιρό των θαυμάτων και θα είμαι εδώ τον καιρό της Ανάστασης.


Είμαι ένα σπίτι που ταξίδεψε σε όλους τους τόπους. Γνώρισε πως η πόρτα του φόβου του άνοιγε πάντα στη μεσιανή σάλα και χρωστάει σε μια γυναίκα που δε μένει πια εδώ και ούτε θυμάται τ’ όνομά της, την επίγνωση της ουσίας του.

Είμαι μαζί ένα σπίτι κι ο Ιωσήφ.




*Υπό έκδοση