Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Το παράθυρο




Ξυπνάω. Το παράθυρο χτυπούσε από έναν άνεμο βουβό και παγωμένο. Στα ενδιάμεσα κενά ιδιοτροπούσε κι έτρεμε ήλιος στο χαρτί που επιμένω. Λυπάμαι που τα πήρε όλα ο Μίδας, ολόχρυσους τα έφτιαξε πυρσίτες στα χέρια μιας θλιμμένης παλλακίδας, εν τέλει ταφικής στην άρθρωσή της. Τα κάρβουνα τα πρόλαβε η πίστη. Πυρόχρωμα, φαντάζουν, αλληλούια παθομανών, στου μολυβιού την κύστη που αντιλάμπει υπερούσια στην ούγια. Πανέμορφο, ιερόδουλο κεράσι… Η Υπατία στο πλευρό του διαπρύσια. Μελάνη σινική θα ενταφιάσει την Κλυταιμνήστρα με τιμές και αφροδίσια. Ξενύχτησα στο νότιο μπαλκόνι. Ξεσπάσαν προσευχές στα κομποσχοίνια. Στα σκίνα αλφάδι η πίκρα ανταμώνει το κεχριμπάρι που απλώνει στην Κερύνεια. Φανέλα μαλακιά το αφιονίζει. Μεσάνυχτο οι μικρές αθανασίες ακούγονται ως σπασμοί ή η πόρτα τρίζει γεννώντας πρόωρα μωρά και υγρασίες. Κολύμπησα ως την άκρη της λεξούλας που πανδοχεί συνήθως θρυαλλίδα. Σπερματικοί θεοί κι ο Καλιγούλας στο χνούδι-αιδοιόσχημη πυξίδα. Τσαλάκωσα τα μάτια μου περνώντας ακρόπετρες στιλπνές στο Μαστιχάρι Τυφλίτες της ερήμου προσδοκώντας μα όλοι το λεν πως στη στεριά δεν ζει το ψάρι. Κοιμάμαι. Το παράθυρο έχει ανοίξει. Ο κόσμος μου είχε μείνει πάλι μόνος. Η ιστορία βιάστηκε να δείξει. Κι η ώρα έφερε όσα δεν φέρνει ο χρόνος.