Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Υποθήκες {αφιερωμένο}





Σούγια/Αγία Ρουμέλη~photos by Φαίδρα Φις




Σε κείνο το θαλασσινό στενό, τοπίο χρυσό από κουρέλια, ξύσματα μολυβιών και σέρβικες ταμπακέρες που σε καθρέφτιζαν, σε περιμένει. Φεύγοντας άφησες υποθήκη ένα αίσθημα αξόδευτο και μια πανσέληνο μισοβγαλμένη από την κόλαση. Ξημερώνοντας Πέμπτη μετά από ξενύχτι με φτηνό ταμπάκο και τσίπουρα, θηλυδρίες που τραγούδαγαν πεντοζάλη, λεμονανθοί του παραδείσου μαρτύρησαν πώς βρεθήκαμε κάτω από το έναστρο σκέπασμά του. Ιχνογραφημένοι από κάψιμο περσέας. Η υπερβολική αγάπη είναι κατάρα. Γιατί ποτέ και κανείς δεν πρόκειται να σου πει «τίποτα δεν είναι δεδομένο». Κάθε φορά το συνειδητοποιείς ξαφνικά και με τον πιο άγριο τρόπο. Όσες φορές κι αν φυλάξεις τα ημερολόγια μυστικά. Όσες φορές τα κλείσεις με ολοκληρωμένες μία προς μία τις νύχτες που οι σαρακηνοί βάψανε κίτρινα τα καράβια τους, πάντα η αλμύρα παλιά και διάχυτη στο αίμα…Και τον επόμενο χρόνο, θα βρεθείς με μάτια-κατά ένα-περισσότερα, αλλά με λιγότερα δάχτυλα.



Κάψε λοιπόν την άκρη του χεριού σου, περπάτα στα κάρβουνα, δέσε τις γωνίες των ματιών πίσω από το κεφάλι. Βαριά αισθήματα αλλά υπόσχονται…Θα γίνεις αόρατος. Θα σε δαγκώνουν από τη ρίζα της σπονδυλικής στήλης ως τα σπλάχνα, θα σε εισπνέουν αχόρταγα, θα συναρπάζονται από τις εκκρίσεις και τις μυρωδιές και συ δεν θα νιώθεις τίποτα. Υπόσχονται ναι… αλλά εξίσου πιθανό εν τω μεταξύ να σε ξεγελάσουν με αποφάγια ή κανένα γλυμμένο κόκαλο. Το μόνο αντάλλαγμα που ζητούν είναι να θηρεύσεις μια μάγισσα στον Ευφράτη. Δεν είναι εύκολο καθώς πρέπει να κολυμπήσεις σε νερά μακάβρια. Δεν είναι εύκολο καθώς πρέπει να τη φιλάς για μια ολόκληρη νύχτα στο στόμα. Νυφούλα ξαπλωμένη στα χώματα, σχεδόν θαμμένη και χτυπημένη στα μάγουλα.. Θ’ απλώνει τα χέρια σαν χίμαιρα και τα μαλλιά της σαν μέδουσα… Σε μιας στιγμής το αντιφέγγισμα ανθισμένου λαγκαδιού θα περάσουν το κορμί σου αχαλίνωτα μυριάδες τσιμπήματα φαρμακερών εντόμων.


Στην Κρήτη ξύπνησε αλλοπαρμένη. Έτρεξε στη θάλασσα που μάκραινε και τραβιόταν απότομα, συμπαγής σαν μέγιστο γυαλί. Τον είδε να λούζει φιλήδονα τα μακριά μαλλιά του. Είχε επιστρέψει. Στα κίτρινα καράβια σαρακηνοί μυροβλήτες έσκαβαν στα καταστρώματα λαγούμια κι έριχναν μέσα την αλμύρα και τα άνθη από τις λεμονιές του παραδείσου. Τον άκουσε που γέλασε ξαφνικά. Τρυφερά γέλασε κι αυτή. Στα πλευρά των καραβιών η σκιά της γινόταν ό,τι ήθελε αυτός κι έτσι κινδύνευε περισσότερο.


Εσύ ονειρεύεσαι κάτι ή έχεις ξεχάσει πώς γίνεται;