Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

la bruja muerta









 


 


Αυτό λοιπόν ήταν το θέμα, σκέφτηκε. Τι θα έλεγε στα εγγόνια του μετά από κείνα τα χρόνια της λύπης. Τα βαριά και αξεδιάλυτα. Πως ήταν ερωμένος μιας ποιητριούλας. Αυτό ίσως θα μπορούσε να του προσδώσει μια υπόσταση στα μάτια τους, αφού η άλλη του τέχνη ήταν το κόσκινο. Στριφογύριζε χρόνια μέσα στο ίδιο του το σώμα- από μια άκαμπτη αιτία, ανομολόγητη- σαν κουρασμένο αλογάκι σε καρουζέλ που αρνείται να σταματήσει τους κύκλους της δειλίας του. Μακάρι να σωθεί, ευχήθηκε μέσα της, έτσι όπως ανοίγουν στον κόσμο, τα λευκά πανάκια που κάποιος τολμά κι αντέχει να τα φυσά κόντρα στον άνεμο. Από αγάπη. Φιλόστοργα. Κάποτε έτσι και ο βυθός καθάρισε από τις εξορίες. Για να ξαναγυρίσει εκείνη στο τετράδιο, όπου μαύρες χήρες συνάσσονται και πλέκουν παρήγορους ιστούς. Αναμφίβολα στο ίδιο τετράδιο θα επέστρεφε, στη σχολική ποδιά, στις εγγραφές, στο ανάμεσά του-μακροβούτια σε καντηλάκια. Εκεί που στέκεται η αγριάδα από τα μεταμεσονύκτια φυτίλια τους. Κι ευτυχώς τη συνεφέρνει από το χάζεμα της σμίλης.
Αναγκάζεσαι να γίνεις παρατηρητικός, θες δε θες, για να καταλάβεις πώς κλείνει η απόχη, στραγγαλίζοντας τα μπλουζ ιδιώματα.