Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Iσnμεpιvos





Μ’ έσερνε η σκιά σου, τραβώντας με από μαλλιά
και καρπούς, σε στόμια κανονιών που ξερνάγανε
από σίδερο λόγια και ανάσες.
Θυμός που μ’ έσπρωχνε ακόμη βαθύτερα σε κάτι
έγκατα πόνου
Από την αρχή ξαναγεννιόμουν μια στο Εγιρδίρ
μια στην Αλάγια, με την ιδέα του θέρους
αλλόκοτα καρφωμένη στο κεφάλι.
Ανασκολοπισμοί σε καλαμιές, παλλόμενα ακόντια,
ύδατα γεμάτα πνιγμένα και κατακαμένα αστέρια.
Πάνε τα κολεόπτερα στα δέντρα κι αυτοκτονούν.
Κι όλο επέστρεφα από μια ερημιά μήτρας αργύρου.
Μαχαρανή στο Ιδαίο, μα πάντα ο δρόμος να βγαίνει
στο Κάι της Σμύρνης.
Από όπου κι αν ξεκινούσα, όπου κι αν έφτανα,
το Κάι ήταν η αρχή και το τέλος του δρόμου.
Όποτε θέλω σε θυμάμαι στο σπήλαιο των 7
Κοιμωμένων.
Μια γάτα με πήρε από το χέρι και με οδήγησε
στην ανηφόρα του Μπαγιαραμίκ.
Με τη σκιά σου, που βάδιζε πάνω μου, συρθήκαμε
ως εκεί που τα φίδια έστηναν χορό κηδείας.
Στο ξωκκλήσι ή μεταξύ θερινών ξενοδοχείων,
εξορία από φωτιά και ξεχασμένα ονόματα, που
βάθυναν στο άσπρο χρώμα, στο μαύρο χρώμα,
από χάση σε φέξη να χάσκει μια πελώρια νύχτα
αγριμιού, που μας περίμενε για να μας φτύσει
στο πρόσωπο λίγες ώρες χαμού.
Λίγες ώρες χαμού αφότου δυο αφιονισμένα φαγιούμ,
αγνόησαν τα φτερά τους.
Πολύ εύκολα και χωρίς δεύτερη φορά να το σκεφτείς,
τους τα ψαλίδισες από τη ρίζα, ενώ ανύποπτα, με
γυρισμένη πλάτη, φρόντιζαν το βλέμμα, κοιτώντας
το ολύμπιο πέλαγος να εισδύει από το παραθυράκι.
«Τέτοιο πέλαγος δεν υπάρχει», είπες, «τέτοιο πέλαγος,
Ανεκπλήρωτο, δεν υπάρχει», είπες…
«Τι να τα κάνεις τα φτερά;».
Τότε η δική μου αντάρα σε φόβισε, αγγίζοντας
το πιο εκκρεμές άλγος του αντίχειρα.
Πόσο χώρο πιάνει ένα κοιμισμένο τριζόνι στην άμμο…
Από πού μέχρι πού, το σώμα που κοιμάται, τραγουδάει…
Ε, τόσο μου έδωσες από το λίγο στο στόμα,
τόσο στο σώμα, διαβάζοντας στην ακροστοιχίδα
δύο από τις εμμονές σου, που μου επέτρεψαν
να καταπιώ από το παραμύθι, μόνο τις γάζες
και τα τσιρότα. Το σκοτάδι πέρασε μέσα μου
και με παρέλυσε γιατί μούδιαζα ολοένα από
την πλάτη και από το κόψιμο.
Σε μια παραίσθηση αορίστου χρόνου, αψίκορα
βότσαλα μπήκαν στους νεφρούς, στους πνεύμονες,
στο ήπαρ και τα κακοποίησαν.
Από πού μέχρι πού, είπες, κοιμάται το τριζόνι;
Το ξύπνησα. Από την πλάτη και την ακτή
αν μπορεί τώρα, ας αναπνεύσει ανάμεσα στα μαλλιά
κι από το λιγοστό να πάρω ξανά εκείνη τη νύχτα
που θέλησα τόσο σιγανά τον Ισημερινό να με ζώσει.
Αυτή η φορά που θέλησα κι αυτή που πέθανα από την πλάτη.