Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012






























Ξεκίναγε μια ανηφόρα από την ακροθαλασσιά
Ήταν γι’ακροβασίες σε θρύψαλα από βράχους
Ήταν για να πληγωθείς άγρια
Όταν την κατέβαινες σε κύλαγε σ'ένα στόμα
που έλιωναν μέσα του τρικυμισμένα ρεμπέτικα
Μερικά απ'αυτά κομμάτια σοκολάτας
μαλάκωναν τις κλειδώσεις
Κι άλλα ατσαλόσυρμα στα δόντια
σ'έσωζαν πριν το χαμό σου
Αλλά έφτιαχναν κάτι πληγές από κείνες
που ποτέ δεν κλείνουν
τις έχεις για πάντα στις χορδές
στη γλώσσα στα χείλια
Κάθε που πας ν'αρθρώσεις
μια συλλαβή από το τραγούδι
να πονάς σαν να γεννιέσαι δεύτερη φορά
Τα τριζόνια τα ψάρια τα πουλιά
ιεροφάντες που μεγαλώνουν στη μήτρα της νύχτας
Αποσιωπούν το ζύγιασμα
Ό,τι στάθηκε όρθιο μετά την αγάπη
ήταν εκείνο που μας πήγε ένα μονοπάτι πιο πέρα
Μια ανεπαίσθητη χαραγή ανάμεσα σε μνημεία
Βόσπορους και Φρίκες
Όρθρος-πρωινή ελεημοσύνη
σε αδικημένους ήρωες ποιημάτων
που ποτέ δεν θα πάρουν τη θέση τους
στην αληθινή ζωή




Μένεις μόνος άφωνος με γυρτούς ώμους
βαρείς από προσμονή απελπισίας
Κοιτάς από μακριά το κρυφτό της αλήθειας
Λιώνοντας ένα ένα τα τραγούδια που σε λιώνουν
Ίσα που θυμάσαι την τελευταία λέξη
που την κράταγες να την πεις ή να τη γράψεις
ανεβαίνοντας όπως ο πυρετός
μισή ως το αίμα των δαχτύλων
μισή ως το άβατο ενός ναυαγίου
Κι ήταν η λέξη θάλασσα και τα τραγούδια η ίδια
Αλλά δεν έχεις πια ούτε φωνή ούτε δάχτυλα
Χωνεύεις τη θάλασσα το αλάτι
προχωράς αόριστα σ'ένα βάθος τραύματος
και πας όπου σε πάει
Ελπίζοντας να σε σκοτώσει πρώτο