Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

















Τη νύχτα που ο πλάτανος έριξε μερικά ξερά φύλλα στο ποτάμι κι εμείς τα μαζέψαμε και μ’ αυτά γεμίσαμε τη γαλοπούλα που ζαλίστηκε, το χιόνι bang bang bang, τουφέκι σκέτο, έριχνε με οργή στα τζάμια και τα έκοβε. Bang bang bang το χιόνι. Άσπρη σφοδρότητα και βοή χάλασαν τα τσιγάρα κι εμείς τρέχαμε από τραπέζι σε στέγη κι από τη στέγη κάτω από το κρεβάτι να γλιτώσουμε από ό, τι επιθυμήσαμε και νοσταλγήσαμε. Ή τις γόπες μας τουλάχιστον. Και δεν είχαμε κόλπα αφηνιασμένα και τεχνάσματα σίγουρα για τους αφελείς της αφίσας. Να προλάβουμε θέλαμε. Να προφυλάξουμε. Να αντέξουμε. Τη ζωή. Να χωρέσουμε τη ζωή. Η ζωή δεν είναι κάτασπρη. Bang ξανά και ξανά το χιόνι με ευδοκίες και ετυμηγορίες για ζωές ανάλγητες έτσι κι αλλιώς. Τη νύχτα που γεμίσαμε ολόκληρη κολυμπήθρα με χαλίκια και φύλλα ξερά και το πηγάδι με πηγάδια. Απαραίτητες ριπές bang bang . Ακόρεστα πράγματα. Πράγματα απραγμάτευτα. Βλοσυρά. Παραιτηθείτε από τα πράγματα. Ατενίζω το Μεσαίωνα.
Θεός. Θεότερος. Θεότατος.




** Τράνζιτο δωματίου
       (υπό έκδοση)