Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Маршрутка














Τόσα τρένα κι ο Σεργκέι άφαντος. Ανακάτεψε τα σεντόνια να βρει το σημείωμά του. «Έι εσύ της θάλασσας…σ’ αγάπησα. Μη χαθείς». Το χέρι της έτρεμε. Βούτηξε την πένα στο μελανοδοχείο. Άρχισε να γράφει μια σελίδα. Με την άμαξα της Δευτέρας θα έστελνε το γράμμα στο Κουρσκ. Υπήρχε λίγος χρόνος ακόμη. Το χιόνι σκέπασε ολόκληρη την πόλη. Ο Δνείπερος, η Λάντογκα και οι αποβάθρες πάγωσαν. Ακούστηκαν χαρούμενες οι φωνές των παιδιών που έβγαιναν για πατινάζ. Έξω από τα παράθυρά της, μια μπάντα έπαιζε, σαν από πηγάδι, χριστουγεννιάτικα. Τόσα τρένα και ο Σεργκέι πουθενά. Ήταν όμορφα στον περίπατο. Της έπιασε το χέρι. Σφιχτά και τρυφερά. Το ζέστανε με την ανάσα του. Χιόνιζε… Το Ελμπρούζ έγειρε πάνω τους. Έγραφε πιο γρήγορα τώρα. Κι έτρεμε πιο πολύ. Τόσα τρένα πόσα τρένα…άρχισε να μετρά. 24…όσες οι ώρες του ημερονυχτίου…24…όσα τα γράμματα της αλφαβήτου…τόσα σπίτια…άδεια.
Τόσα τρένα όλα λάθος…




18.12.1911