Στην πλατεία βράδιασε
Δυο χέρια στην ερημική ακτή
έπαιρναν το λάμδα του ελάτου
μαζί τους στην ξενητιά.
Ακτή του ποιήματος για να χαράζει
το ρεμπέτικο στο αυλάκι το μαύρο.
Ερημιά πέτρες και ολόγυρα μια ρωγμή
στρωμμένη με άχυρα κι αστέρια.
Ποιος θα μου πει αν είναι αργά
για τις πλατείες τα οράματα
τα ποιήματα…
Φοβισμένα πρόσωπα με προσπερνούν
αφήνοντας πίσω στο βήμα τους
το βύθισμα της εποχής στα απόβλητα
ενός εργοστασίου.
Τι γύρευαν οι αλεπούδες στην αυλόπορτα…
Δέσανε το στιχάκι σε μια κλωστή και το ’συραν
ως το τέρμα του δρόμου.
