Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

To θnpio




I

Γεννήθηκε με την πληγή της χαραγμένη στον αριστερό καρπό.
Εκεί που χτυπάει δυνατότερα το αίμα.
Έχει ήδη περάσει τις δοκιμασίες-το μυαλό της δεν νεκρώνει.
Αν και κάποιες νύχτες είναι το μόνο που εύχεται.
Η γυναίκα δεν πεθαίνει αλλά παρανοεί.
Στην παράνοια σταματά να υποφέρει.
Την πρώτη νύχτα βλέπει όλους τους τόπους άδειους.
Στα πόδια της κουλουριάζεται το θηρίο.
Τη δεύτερη νύχτα πλανάται στη χαράδρα.
Μες στα χαρούμενα συντρίμμια-είναι η τίγρη.
Του χαμογελάει από την άκρη της θάλασσας.
Έχουν μπει σε καινούρια τροχιά  αστεριών,
από μια απρόοπτη συγκυρία.
Ο χρόνος διαμορφώνεται γύρω τους πυκνά.
Όχι πάντα επώδυνα, της δείχνει ένα σημείο καταγωγής.
Το Δάσος. Ή Έρημος. Η Στέπα. Η Θάλασσα.
Μια ρίζα πατρίδας… και όταν είναι μαζί του δεν εξαντλείται.

II

Μια ακόμη έγχυση των πλανητών.Τώρα ξαπλώνουν έξω στη νύχτα.

III

Επιστρέφουν μαζί στην ηδονή. Της μιλάει. Εκείνη ίσα που αναπνέει.
Από μια αλήθεια. Από ένα ψέμα. Από θεριεμένες δαγκωματιές.
Απρόσιτος δρόμος. Μακρύς. Τον ακούει. Γελάει. Δεν είναι η ίδια νύχτα.
Είναι πάντα τα σημάδια της.


IIII

Τη δέκατη τρίτη μέρα αυτός θα την κρατάει αγκαλιά. Σ’έναν περίπατο κατά τον οποίο
ανάμεσά τους δεν θα υπάρχει τίποτα. Δεν είναι πείραμα. Απλώς, για πρώτη φορά υποδέχονται
μαζί τα ανήμερα. Από τις αναπνοές τους εκλύεται φως. Η γέφυρα χτίζεται από την αρχή.
Άγνωστα αγριεμένα ποτάμια-χωρίς προφύλαξη βαδίζουν. Δίπλα δίπλα. Ρέουν στα ποτάμια
χωρίς εξαρτημένα αντανακλαστικά. Στην προτελευταία σκηνή: επιζούν. Εκείνος ρευστοποιείται-γαλαξίας που αφομοιώνει διπλά τα θραύσματά της.

V

Χαμογελούσαν εκείνο το ζεστό βράδυ.
Θα περιπλανηθούν ή θα τρέξει προς το μέρος του?
Εκείνος πηγαίνει προς το πλευρό της.
Αγγίζει τους ώμους της και τα μαλλιά.
Δεν έπαψε ποτέ να πηγαίνει προς εκείνη.
Παρά την ορκισμένη αειφυγία του.

VI

Στην παράνοια δεν υποφέρουμε αγάπη μου.
Δεν θυμόμαστε. Δεν παρακαλάμε.
Είναι όπου μας απέμεινε για να συναντηθούμε.