Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

Λιλίθ


Με το σώμα της που τρέμει από αστέρια
Στον ώμο του ακουμπά
Να παίζει διαρκώς με τις αφές του
Πλαγιάζοντας στην κλίνη του Ηφαίστου
Κάπου επάνω της αυτός χειροκροτά
Φαγιούμ που το προδίδει το σκοτάδι
Χαϊδεύοντας μηδίζει στο μαγνάδι


Στου γκρεμού του το πλευρό-αναβοσβήνει
Χορικά μικρά τελείες πάλλεται η σκιά
Μόνο σε γαλάζιο χρώμα
διαρκούν νύχτα και μήνη

Βλέπει χάλκινα τα σύρματα και μπορεί
Μαριονέτες κουτσές να κρεμάσει
Του δέντρου του το χάρτη μεταλλάσσει
Εξορία να τον λέει και να τον συγχωρεί

Περίλυπη ποιαν άκρη θα στοιχειώσει
Εκείνη τη Λιλίθ φενακισμός θ’αλώσει

Και θεός λέγεται εκείνο που απορεί
Δεν μαντεύει ούτε τη φέξη ούτε τη χάση
Θεός ήταν θεός στην απρόσμενη πτώση
Όχι άνθρωπος, όχι να νιώσει.Να χάσει

Απ’τα δάχτυλα σπασμένο το νερό
Κυλάει με ακατάλληλη αγωνία
Στις φλέβες του Αγχίση πρώτα
Μετά του Αινεία ιερό

Τρεις φορές είναι που κλαίει και κυνηγά
Το έντομο με τη γενέθλια πένα
η Άρτεμις ολέθριο τόξο,αργά
Το βέλος τής καρφώνει στον αυχένα


Με τα δόντια κόβει πάλι τα σχοινιά
Γκρεμίζοντας κενές τις μαριονέτες
ο θίασος λιγόζωα κορμιά
Το χέρι τείνει όπως οι επαίτες

Θα έμεναν δυο ζωές ακόμη

Λιλίθ Αυτή μακριά κώμμη
Εκείνος το Πλευρό
Ο θεός ενδιάμεσος
στην ευκτική Του

Πλάγιος Λόγος
Νερό