Κυριακή, 8 Μαρτίου 2009

το γράμμα

Στο υπόγειο κρύβεσαι.Όπου κρύβεσαι βγαίνουν οι ήλιοι του κόσμου. Μένουν στα δάχτυλά σου οι πιο λαμπερές τους αχτίδες. Στο καπό μου η σκόνη η χθεσινή, γραμμένη και υπογεγραμμένη με τάστα κιθάρας. Στην ημίφωτη ζώνη εξαπολύεις ηλιόσκονη τις αχτίδες και γίνεται μουσική. Θεός και μύθος. Στο παρμπρίζ μου η εικόνα σου τεθλασμένη διαγράφεται... κυλάει και σου δίνει σχήματα ανάγλυφα νερού. Και μένει στα δάχτυλά μου το πρόσωπό σου,νερό. Στη φωνή σου αλιείς και θηράματα. Το βάζω στα πόδια. Το βάζεις στα μάτια. Ακουμπώ στα μαλλιά σου. Μην τα κόψεις. Γίνεται να κόψεις το βράδυ στη μέση και να μου χαρίσεις το μισό.
Γίνεται να κόψω το βράδυ στη μέση και να σου χαρίσω το μισό. Μένουν τρεις μέρες από την εβδομάδα κι αυτές λειψές. Της φωτιάς σου τα χέρια σμιλεύουν μέσα μου το καινούριο λάθος. Αφού έχω ολόκληρη τη φωτιά, θέλω ολόκληρη και τη νύχτα. Ξέρω, αυτό δε γίνεται. Σε μια γωνιά του υπογείου είναι η πάλλευκη λάμψη σου καταχωρημένη. Πώς αγαπώ τα υπόγεια από τότε...
Να μπορούσαν να μείνουν ακίνητες και παλλόμενες εκείνες οι ώρες. Μεταξύ της τέταρτης και έβδομης πρωινής. Να μυρίζει το Νυχτολούλουδο που μόνο ο Νοτιάς το φέρνει και να είναι η πόρτα κλειδωμένη για πάντα. Να ζούμε ό,τι πιο ωραίο μας αξίζει να ζήσουμε. Όπως η φυσική ισορροπία και αρμονία του κόσμου χιλιάδες χρόνια πριν. Όπως τα βελούδινα πέταλα των κόκκινων Τριαντάφυλλων πριν σπαταληθούν στον άνεμο. Θα μας έχουν αιχμαλωτίσει για πάντα. Μαζί. Καρφωμένους στο πιο ηδυπαθές φάσγανο. Του Απήγανου. Θα αρνηθούμε την αποκαθήλωση. Μόνο οι ανάσες μας θα διαλέγονται. Παλεύοντας με τις απεμπολήσεις.Πετάω από ρίγος σε σύννεφο του ουρανού σου, από φάλτσο αίνιγμα στα βεγγαλικά του μυαλού σου,μα μου λες πως σου αρέσει και το ξανακάνω. Και τα διαφράγματα του μέσα μου σαρκοβόρα. Αφασική. Εξαϋλώνομαι. Στον ύπνο μου κλαίω με χαρά και γελάω με λυγμούς. Αφανέρωτα. Βουβά. Για να περάσω στο τοπίο σου αόρατη και να ξαναγίνω ο στίχος σου. Και η μουσική σου. Νοσταλγώ τη μυρωδική στοά της αναπνοής σου από την Κυριακή. Οι λέξεις,λες, δε φτάνουν για τις ομολογίες μου. Κι ο πόνος ,σου λέω,ευνούχος.Τη σκανδάλη χαϊδεύω κι αποδομώ το πεπρωμένο λάθος. Είναι το μόνο εφόδιο που έχω. Για να ταράζω την Άνοιξη όπως με ταράζει. Για να υφαίνω την καινούρια επιστροφή σου και τις τρεις μέρες,μυστικά, σαν χρυσή Αράχνη.