Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2008

ΠΕΝΘΟΣ ΔΙΑΧΥΤΙΚΟ


Ήμουν εδώ,εγώ μαζί σου, ευρύχωρη ήταν η σιωπή σου
Και η ψυχή στα δάχτυλα
Παραμυθία, ικέτευε…
Ακόμα αναστέναζε σε νερά δέσμια, υπερφίαλων εικόνων
ήμουν εδώ,εγώ,Άδης σαν από χρησμό παραχωρημένος,
σαν από ύποπτη μαντεία ακυρωμένος
έγνεφα από τη "νάρκη" μου φως με το σώμα στο πέλαγος το νυχτερινό...
όμως με την ιδιότητα της "διάχυσης" μου ανταπέδοσε το νεύμα...
και ενώ μειδιούσε φαεινότερο, μέσα μου μήδιζε λίγο λίγο του σκούρο του και γινόμουν πιο μπλαβός από το βυθό του...


Ήμουν εδώ, και σκαρφάλωνα στα σεντόνια,στα μαξιλάρια
Με μια θλίψη εντόμου που γνωρίζει καλά
Τη βραχύβια υπόστασή του
Και την ιδιότητά του, πάντα να σέρνεται
Ν’ αργοκινείται πριν το τέλος χαράξει
Ένα δρόμο θανάτου ακαριαίου
Μια αναρρίχηση πένθιμη
Ήμουν εδώ και κουλουριαζόμουν, μίκραινα, έφθινα…
Σερνόμουν στους τοίχους,
Όλο και πιο μικρός κι ασήμαντος
Στην τόσο σημαίνουσα στιγμή
Στους τοίχους, στα συρτάρια μέσα…
Στα πόμολα που άγγιζαν τα χέρια σου τρέμοντας…
Θα ορκιζόμουν, πως απ’ όλα τα μέλη σου,
Απ’ όλο το εγώ σου, μόνο τα χέρια σου, φώναζαν,
Κραύγαζαν «βοήθεια», «βοήθεια», τρέμοντας…

Έγλειφα τον πόνο και τη φρίκη,
Από τα θολά σου μάτια
Κι από τα μάγουλά σου…Έτρεμαν κι αυτά…
Και ακούμπαγαν σε βασίλεια δακρύων…
-ενώ δεν το καταλάβαινες-

Ήμουν ακόμα εκεί μαζί σου
Κι ας έδειχνε το ρολόι ώρα φυγής
Κι ας έδειχνα ότι είχα μπει στη σειρά με τις σκιές
Κι ανυψωνόμουν πιο πάνω σε μια σφαίρα φαντασμάτων

Και συνέχιζα να γλείφω τον πόνο απ’ το πάτωμα
Εκεί τον άφηνες να στάξει,
Αργά…αθόρυβα…ναρκωμένα…
ακούστηκε μόνο μία ανάσα
μάλλον θα ήταν του αποχαιρετισμού μου...
κακό ακρόαμα
σαν από ευτελές κέρμα που
"συγκρούεται" με τον παρθενικό υμένα του πιο λειψού ονείρου,διστακτικό και δειλό ως προς τη διακόρρευση...

Μια πλαστή ευμένεια καραδοκούσε
Τις τελευταίες στιγμές…
Όταν τα δάχτυλά σου μύριζαν ήδη χώμα
Τάφου και κηδείας…

Και όταν ήδη από τα δικά μου μάτια μπροστά
Περνούσαν καρχαρίες που κάπνιζαν
Κι ελέφαντες που έπιναν και μεθούσαν…

από τη συλλογή μου,"οι γκρεμοί έχουν όμορφα χείλια"