Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2008

ΣΑΒΒΑΤΟ...




«Η σημειολογία μιας μέρας: Σάββατο»

Ξυπνάς ένα πρωί και λες: αυτή είναι η μέρα! Η μέρα που είχες στο μυαλό σου χθες και προχθές και πρόπερσι και πριν από χίλια χρόνια και θα ήταν η άλλη μέρα, η καινούργια μέρα (που μ’έναν – ομολογουμένως αφελέστατο – ενθουσιασμό διατείνεται και η Σκάρλετ), που ο ήλιος θ’ανατείλει λιγάκι διαφορετικά, και θα βάλει σε άλλη τροχιά τον κύκλο των δεινών και των παθών σου. Που, ίσως, τον απομακρύνει από σένα και τον δώσει σε κάποιον άλλο, έτσι να ’χει κι αυτός… Να πληρώσει κι αυτός άδικα, αμαρτίες που δεν έκανε. Κι εσύ με ποια ακριβώς σημειολογία και κάτω από το βάρος ποιας ετυμηγορίας ξέπλενες σημάδια; Κι όλο, κι όλο αναρωτιόσουν…
Αυτή η μέρα που όλοι μας, λίγο-πολύ περιμένουμε, κάπως σαν τη δευτέρα παρουσία για να κριθούμε επιτέλους αρτιότερα, από κάποιον δικαιότερο κριτή.
Και λες, δεν μπορεί, και λες, κάθε μέρα, αυτή είναι η μέρα. Και η μέρα σου ποτέ δεν είναι αυτή. Η σπουδαία! Η άλλη! Η θριαμβική!
Γιατί, όλο και κάποιος πριν από σένα, θα έχει προτεραιότητα στην κρίση. Γιατί, όλο και κάποιος επιτήδειος σου κλέβει τη σειρά, γιατί – μην το ξεχνάμε …- Βαλκάνια εδώ, Ελλάδα εδώ, κι όλοι οι ευκαιριοθήρες του κόσμου, συγκεντρωμένοι σ’αυτή τη χερσόνησο.
Τέλος πάντων, ωστόσο εσύ ξυπνάς, πλένεσαι,χτενίζεσαι, βουρτσίζεις τα δόντια σου, ντύνεσαι και εξακολουθείς σαν ο τελευταίος αφελής αυτού του πλανήτη να πιστεύεις ότι η μέρα αυτή, κάπου κοντά θα είναι, κι αν δεν είναι η σημερινή, κι όλο σκέφτεσαι, όσα διάβαζες και διδάχτηκες για θετικές σκέψεις, θετικές ενέργειες που μετατρέπουν τον αρνητισμό σε εσωτερική δύναμη κι ευεξία, που μπορούν να οδηγήσουν τα πράγματα σε καλό δρόμο.
Εμποτισμένος λοιπόν – πολύ ποτισμένος όμως, έως διαβρωμένος – με τέτοιες θεωρίες και κάτω από τη στέγη τους, περνάς και στο πρακτικό πεδίο. Αφήνεις στοχασμούς και διαλογισμούς… Όμως εκεί, τα πράγματα διαφοροποιούνται λιγάκι, εσύ και πάλι αρνείσαι ρητά να το δεις αυτό, τουλάχιστον γι’αυτή τη μέρα, την αλλιώτικη.
Εγκαλώντας ξανά στο μυαλό σου όλα τα θεωρητικά κείμενα του ζεν, του καλού φεγκ-σούι, ταό κλπ. κλπ., παίρνεις το αυτοκίνητο, βάζεις ραδιόφωνο δυνατά, στο τέρμα, ώστε να σκεπάζει τους ετερόκλητους θορύβους αυτής της τόσο ηχηρής πόλης.
Τραγουδάς, σφυρίζεις, σταματάς στο φανάρι. Όλα κανονικά ως εδώ. Συνεχίζεις την ορθόδοξη για τη στιγμή και υποτυπωδώς ευχάριστη διαδρομή, με κατεύθυνση τη θάλασσα, εκεί δηλαδή όπου όλα τα στραβά και τ’ άσχημα, απαλύνονται λιγάκι, φθίνουν τα βάσανα, καταπραΰνονται οι παντός είδους πόνοι.
Να πιεις το καφεδάκι σου πλάι στο κύμα της Ζέας, ν’απολαύσεις το ουζάκι σου στην Πειραϊκή και να το συνοδεύσεις με κανά θαλασσινό. Να συναντήσεις την παρέα σου, Σάββατο σήμερα, να πείτε καμιά σαχλαμάρα, να ξεδώσετε, ν’αποφορτιστείτε από το βαρύ εργασιακό καθεστώς των προηγούμενων ημερών, να επιδοθείτε ίσως – ίσως σε σπορ που αφορούν τους οφθαλμούς και μόνον αυτούς. Συνηθισμένα. Απλά πράγματα.
Να βγείτε απ’ τη νάρκη και τη σκουριά του χειμώνα.
Ανοίγεις διάπλατα τα παράθυρα και την οροφή, ο πιο φουντωμένος, ανθισμένος Μάιος ορμάει στο δέρμα σου, εισχωρεί στα ρουθούνια σου και σε προκαλεί με αρώματα από νεραντζιές που κάτι αναδίδουν, το οποίο σε μαγεύει. Άντε! λες. Δεν το πιστεύεις ότι μπορεί ακόμα κάτι στην Αθήνα να ευωδιάζει έτσι.
Φτάνεις Θησέως, στην πρώτη γωνία, κι ενώ ακόμα βλακωδώς νιώθεις λίγο εξαγνισμένος κι ελαφρύτερος από τις προηγούμενες κατάρες και συμφορές σε σταματάει τσιγγάνα με σηκωμένα χέρια, σταμάτα, στοπ, στοπ, κουνάει χέρια πόδια, τι να κάνεις. Δεν έχεις ξεχάσει την ανθρώπινη υπόστασή σου και πράγματι, σταματάς.
Κι εκεί που περιμένεις και ψάχνεσαι για ψιλά, και λες, τώρα θα τ’ ακούσω, να τώρα, για το ανάπηρο παιδί, για τον παραπληγικό σύζυγο κλπ. κλπ., τι νομίζεις ότι ακούς;
Σε είδα, σου λέει, χθες σ’ ένα όνειρο τρελό… (απατηλό κιόλας;) Ε, άι στο διάολο! Αποσβολωμένος κοιτάς με στόμα που χάσκει – χάνος ολόιδιος! – κι ανυπομονείς αγωνιωδώς για τη συνέχεια. (Βρε τι έχει κάνει ο Φώσκολος στους ανθρώπους…)
Γνωριζόμαστε; ρωτάς. Μα εκείνη συνεχίζει σαν κουφή, αγνοώντας την ερώτηση. (Αμνησία έχω; αναρωτιέσαι ξανά).
Σε είδα, σου λέω, παίζαμε κάτι σαν τυφλόμυγα, σ’ εσένα κάποιος είχε δέσει λευκό μαντίλι γύρω απ’ τα μάτια και με κυνηγούσες. Ήσουν ένας Προμηθέας που λαχταρούσε να μοιράσει τη φωτιά στον κόσμο. Ωστόσο, εγώ είχα ένα ακορντεόν και το έπαιζα αδιαφορώντας. Είμαστε πάνω σε μια σχεδία. Κάποιος αόρατος μου δένει κι εμένα τα μάτια, με κόκκινο μαντίλι όμως. Το σκηνικό αλλάζει κι από τη σχεδία, βρισκόμαστε σε τροπικό βυθό. Εσύ κι εγώ με δεμένα μάτια. Με παρακαλάς να σου δώσω το ακορντεόν να παίξεις, βρε, σου λέω, πού έμαθες εσύ ακορντεόν? Τίποτα εσύ! Το βιολί σου…
Κι ενώ συνεχίζει με υπέρμετρο πάθος τις ασυναρτησίες, εσύ ψάχνεις τριγύρω με το βλέμμα, αναζητώντας τον πλησιέστερο ψυχοθεραπευτή, το λιγότερο ψυχοπαθολόγο. Τη διακόπτεις, κάνε στην άκρη να περάσω, της λες, ενώ αυτή εξακολουθεί στον ίδιο ρυθμό, κουνώντας με μανία ξανά χέρια και πόδια πίσω σου, μουντζώνοντας σε και φωνάζοντας: καλά, καλά, φύγε εσύ, τρέξε, άμα σε βρει καμιά συμφορά παρακάτω δεν θα φταίω εγώ.
Δε βαριέσαι, σκέφτεσαι. Και τι έγινε; Πρώτη φορά πέφτω πάνω σε τρελή; Έλα μωρέ, ένα διαλειμματάκι ήταν, έτσι να μου κλονίσει τη μονοτονία της μέρας…
Πατάς με δύναμη το γκάζι, να του βγάλεις τα σωθικά, αν έχει, περνάς με κόκκινο, δύο φανάρια στη σειρά. Σκασίλα σου…
Η μέρα είναι σήμερα κι αυτό θα το πιστεύεις, αγνοώντας τα υπόλοιπα, αμελητέα εμπόδια.
Λίγο πριν διασταυρωθείς με την παραλιακή, κι έχεις διανύσει το χρόνο μιας ώρας και είκοσι λεπτών ακριβώς από τη στιγμή που εγκατέλειψες το σπιτάκι σου, συνεχίζεις ακάθεκτος την κάθοδο, ανεπηρέαστος περίπου από τα γραφικά δρώμενα.
Στη δεξιά πλευρά του δρόμου, κάποιος είναι ξαπλωμένος να το πεις; Τάβλα να το πεις; δίπλα σε μια αναποδογυρισμένη μηχανή. Αυτός στην άσφαλτο.
Πατάς απότομα φρένο, διπλό ή τριπλοπαρκάρεις, όπως-όπως στο πλάι, βγάζεις ταχύτητα, τραβάς χειρόφρενο, βάζεις αλάρμ. Όλα αυτά αστραπιαία. Εν ριπή οφθαλμού, διότι διαισθάνεσαι κάποια κρίσιμη κατάσταση.
Τον πλησιάζεις κάνοντας βιαστικά αλματάκια. Φτάνοντας σε απόσταση αναπνοής παρατηρείς και όχι, δεν έχεις μυωπία ή παραισθήσεις, θυμάσαι πολύ καλά ότι δεν πήρες κανένα ηρεμιστικό, κανένα ύποπτο χαπάκι δεν πλατσούρισε στο γάλα σου, βλέπεις καθαρά ότι κάτι ακούει από Walkman. Μπορεί ένας ματς, μπορεί μουσική, έκτακτο δελτίο ειδήσεων, έκτακτο δελτίο ακραίων καιρικών φαινομένων.
Τον κοιτάς για δευτερόλεπτα, εστιάζοντας στη φάτσα του που είναι περίεργη. Κατά τα άλλα φαίνεται καλύτερα από ποτέ. Τον σκουντάς, να δεις αν συμβαίνει κάτι , σοβαρό τέλος πάντων.
Βγάζει τ’ ακουστικά, σε κοιτά σα χαμένος, οριστικά χαμένος…
- Όλα καλά; αποτολμάς την ερώτηση Όταν το ακούει ξεσπά σ’ ένα τρανταχτό γέλιο μέχρι δακρύων που σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι αν έπεσες στις γελοίες φάρσες του candit camera και σε λίγο θα σου ζητήσει να στραφείς στην κάμερα και να χαμογελάσεις ηλίθια, τουλάχιστον. (Φτου, λες από μέσα σου. Γιατί σ’ εμένα Θεέ μου. Γιατί;)
- Εντάξει, εντάξει, λέει αυτός μέσα από ανόητα χαχανητά και δάκρυα που φτάνουν ως τον αφαλό του.
- Είδα τη μηχανή στο πλάι… λες δειλά…
- «Ντεν είναι ντική μου, ντεν είναι ντική μου», απαντά τραγουδιστά και περιπαιχτικά.
- Βρε, δεν πας να… κάνεις και παίρνεις απότομη στροφή να ξαναμπείς στο αμάξι, αποφασισμένος πια, για κανένα λόγο να μη σταματήσεις. Ούτε για τυφώνα, πυρκαγιά, σεισμό, έκρηξη, τη μεγαλύτερη θεομηνία.
- Ει, ψιτ, φιλαράκο; ακούς ν’αρθρώνει μέσα από πνιχτές ανάσες, στην προσπάθειά του να σηκωθεί όρθιος, τινάζεται από τις σκόνες, τα καυσαέρια και τα υπόλοιπα σκουπίδια που μάζεψε η πλάτη του απ’ το ύπτιο στο δρόμο.
- Τι τρέχει; του λες κοφτά κι αγριεμένα μ’ ένα βλέμμα, δίκοπο κρητικό μαχαίρι.
- Προς τα πού πας;
- Πειραιά, λες ανόρεχτα, έτοιμος να τον στείλεις στον αγύριστο κι ακόμα πιο πέρα, αν υπάρχει. Και φαντάζεσαι ήδη τα καζάνια της κόλασης που βράζουν και τον περιμένουν στην καυτή αγκαλιά τους, ανυπομονώντας. Στη σκέψη αυτή ένα σαρδόνιο και καυστικό χαμόγελο εμφανίζεται στα χείλια σου.
- Πάρε με μαζί ρε, μου πήραν τις πινακίδες πριν λίγο και κοίτα σύμπτωση, κι εγώ Πειραιά πηγαίνω.
- Μπα! Και γιατί να σε πάρω παρακαλώ;
- Γιατί είσαι καλός άνθρωπος, σου απαντά ανέλπιστα.
Θυμήθηκες τους προσκόπους και τα λυκόπουλα στα οποία ήσουν μικρός… Μπαίνετε κι οι δύο στο αμάξι. Βάλε ζώνη, του προτείνεις, εξακολουθούν στ’ αυτιά του να κρέμονται τ’ ακουστικά.
Καίγεσαι απ’ την περιέργεια να τον ρωτήσεις τι ακούει με τέτοια προσήλωση αλλά από πείσμα και μόνο κάνεις τον αδιάφορο.
Βάζεις τέρμα ξανά την ένταση και τραγουδάς μαζί με τον Kravitz το Fly away. Στη διαδρομή, που προβλέπεται δυστυχώς μακριά και δυσάρεστη και λόγω έργων (μη χέσω, η πόλη των έργων. Ποιών έργων άραγε;), τον κοιτάς απ’ το πλάι κλεφτά κι όλο και πιο πολύ πείθεσαι πως αν δεν είναι καθυστερημένος (κι αυτό δεν του το προσάπτεις ως μειονεξία, αντίθετα τον καθιστά συμπαθητικό στα μάτια σου), είναι – τουλάχιστον – βλαμμένος. Με την έννοια αυτή που μας κάνει ν’ ανταλλάσσουμε τον όρο σε συζητήσεις στις παρέες μας.
Αλλά αυτό είναι – μα τω θεώ – πολύ βλαμμένο!
Αποφασίζεις να κρατήσεις τ’ ονοματάκι αυτό και μέσα σου να τον προσφωνείς έτσι. Περνάτε τώρα, μπροστά απ’ το Ειρήνης και Φιλίας, έργα κι εδώ, το χάος τριγύρω, φιδίσιοι δρόμοι σαν τα κορμιά των αραπίνων του Τσιτσάνη, παρακάμψεις, λαβύρινθοι, δεξιά το παλιό Καραϊσκάκη, βρίζεις ξανά…
Το βλαμμένο κοιτά με περιέργεια κι έκδηλο ενδιαφέρον, λες και δεν έχει ξαναπεράσει ποτέ στη ζωή του από δω ή από κάποια – επιτέλους: «οδό έργων» (Τιμής ένεκεν…). Κοιτάξει δεξιά, αριστερά, γυρίζει πίσω, στο τέλος τα παπούτσια του με εξαιρετικά ενοχλητική εμμονή. Τέτοια που με κάνει κι εμένα να στρέψω το βλέμμα μου και τη μέγιστη προσοχή μου σ’ αυτά, με κίνδυνο να καρφωθώ στον προφυλακτήρα του Fiat μπροστά μου.
Τα κοιτάζω, τα ξανακοιτάζω, τίποτα περίεργο. Αθλητικά μποτάκια. (Έλα Χριστέ και Παναγιά, λέω. Τι γίνεται);
Το βλαμμένο κοιτάζει τα παπούτσια τώρα με τέτοιο κάρφωμα, λες και κάτι σημαντικό έχει κρύψει εκεί και δεν πρέπει να φανεί.
Βγάζει τ’ ακουστικά αιφνίδια και μου λέει: ξέρεις τι έχω εδώ μέσα; με τον δείκτη επικίνδυνα τεντωμένο και στραμμένο στα μυστηριώδη παπούτσια.
- Τιιι; λέω ξερά.
- Εκτρέφω μελίσσια εδώ μέσα. Ολόκληρο σμήνος κι ανεβάζει το πόδι του ως τον αγκώνα μου.
Αστραπιαία έρχονται στο μυαλό μου ο Φρόιντ κι ο Γιούνγκ, οι θεωρίες περί ψυχώσεων και πόσο αυτόματα εκτρέπονται σε σχιζοφρένεια.
Προκειμένου ν’ αποφύγω το κολάπσους, αδιαφορώ. Δε ρωτάω τίποτα παραπάνω. Θα τον αφήσω στο επόμενο φανάρι.
- Θα σου πω, πως ξεκίνησα… αρχίζει
Απαπαπά! Τον κατεβάζω με το ζόρι και άρον άρον πριν με πιάσει η μεγάλη, η σοβαρή κρίση…

Σ’ αυτή την πρωινή βόλτα, οι φιγούρες βγαίνουν από παλιά βουβή κωμωδία. Ίσως ένιωσα κι ενοχές που δεν πρωταγωνιστούσα, κάποια μειονεξία και σύνδρομο κατωτερότητας ως παραπλεύρως «ήρωας» αφού κομπάρσιζα επικίνδυνα με λιγοστές ατάκες.
Εντάξει, να το παραδεχτώ. Περιμένοντας τη μέρα, έγινα ένας αγχωμένος γκρινιάρης. Αλλά όχι κι έτσι ρε παιδί μου λέμεεε…

Παρκάρω και κάνω μια τελευταία προσπάθεια να βρω τον προηγούμενο εαυτό μου. Να τον καθρεφτίσω στο πρόσωπο και στο βλέμμα μου. Είναι άλλωστε, εύκολη υπόθεση για μένα να παραληρώ με κάθε καινούργια μου θετική αντίδραση.
Αγνόησα λοιπόν τα κυρίαρχα σημεία της διαδρομής μου και τα παραλειπόμενα και βγήκα να συναντήσω τους φίλους μου.

Λίγο αργότερα και καθώς επιδιδόμασταν σε κρασοκατανύξεις, μακάριζα τον εαυτό μου που ούτε σήμερα ήρθε αυτή η μέρα. Ας μείνω έτσι. Ευτυχισμένος είμαι με την παρέα, με αμπελοφιλοσοφίες, χωρίς μικροαστικές υστερίες. Αλλά με μεγάλα όνειρα. Περιμένοντας. Αν δεν κάνεις μεγάλα όνειρα δεν έρχονται ποτέ.
Μόνο που διαλέγω πάντα τις πιο άσχετες ώρες για να κάνω ενδοσκοπήσεις. Χοντρός κανιβαλισμός αυτός. Να τρώγομαι μόνος μου. Κι αρχίζω το ίδιο τροπάρι. Μόνο “diamonds are forever…”
Άντε στην υγειά μας…