Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

Un Amor




Toυς είδα μετά από χρόνια στο δρόμο για τον Κάβο. Αυτός βημάτιζε πρώτος, βιαστικά, με τη λάμπα θυέλλης στο χέρι. Κι εκείνη, η Μαριάνθη η μοδίστρα, να τρέχει πίσω του, τόσο αέρινα, σαν φτερωτό ξωτικό. Κόντευε βράδυ. Στον Άγιο είχαν πανηγύρι κι από το Ξώμπουργο ακούγονταν μελωδίες flamenco. Λυσσομανούσε ο αέρας κατακαλόκαιρο. Μύριζε ο μάραθος και τ’ αλμυρίκια λύγιζαν ως την άμμο. Τους είχα δει άλλες δύο φορές, ήμουν μικρότερη. Δεν είπα λέξη σε κανέναν.Το ίδιο έκαναν και τότε. Αυτός προχώραγε νευρικά μπροστά, φωτίζοντάς της το μονοπάτι με το φαναράκι, μέχρι τον παλιό φάρο. Εκείνη πίσω του, με λυτά μαλλιά και λευκό φόρεμα. Ξυπόλητη. Στο αυτί της, στέριωνε πάντα ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Σύχναζα εκεί –όπως τώρα- για βραδινό κολύμπι και για να χαράζω στα βράχια με το σκαλίδι μου ονόματα και λέξεις. Μου άρεσε να χαζεύω και τις ψαρόβαρκες στο πέλαγος, τα πυροφάνια, τους ψαράδες να ρίχνουν τα παραγάδια. Την επομένη ξαναπήγαινα να δω, τι είχε αφήσει η βραδινή αλμύρα και το κύμα απ’τα χαράγματά μου κι αν είχε κάτι σωθεί. Ποτέ μου δεν κατάλαβα, για ποιο λόγο έτρεχαν εκεί, σε μυστική και αγχωμένη, λες, συνάντηση, ενώ ήταν από χρόνια παντρεμένοι. Αυτός, παλιός ναυτικός κι εκείνη η καλύτερη μοδίστρα στο νησί. Αγκαλιάζονταν σφιχτά και χαϊδεύονταν με φλογερό πάθος. Σαν να είχαν καταπιεί ολόκληρες υπνοφόρες παπαρούνες. Φιλήθηκαν και πίστεψα πως ο φάρος άρχισε να τρέμει. Πίστεψα πως είδα το βράχο να λιώνει. Τ’ αστέρια να γκρεμίζονται. Μετά το φιλί, καθώς ένας μεθυσμένος, τη χαστούκισε δυνατά. Έσφιξα για μια στιγμή, μηχανικά, τα μάτια μου. Όταν τα ξανάνοιγα, τον χαστούκισε κι εκείνη. Πιο άγρια. Ξαναφιλήθηκαν. Στο τέλος έσκισαν τα ρούχα τους και μ’αυτά άναψαν μια μεγάλη φωτιά. Ακούγονταν ακόμη flamenco απ’το ύψωμα. Ο αέρας, ιδανικά έφερνε τον ήχο καθαρό. Τότε, οι δυο τους άρχισαν να πηδούν και να χορεύουν πάνω απ’τη φωτιά. Ολόγυμνοι.