Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

Σφυpάkι






Πρώτα το διόρθωσα φροντισμένα
έπειτα το έσβησα τελείως
προσποιούμενη:
τώρα δεν έχει πια νόημα
αν μπορούσα να ισχυριστώ
μ’αυτή την αρρώστια
το πάθος
να προφασιστώ
ώρες εξόδου
να μεθύσω
να συνέλθω
να συγκεντρωθώ
δεν κατάφερα να συγκρατήσω
θερμές πηγές
αυτό είναι το τεκμήριο
της δεκτικής λαγνείας
όταν επέστρεψα
σ’ελεύθερο σώμα
υπέθεσα πως ήταν μια
σοβαρή νύχτα
καθώς μ’ένα σφυράκι στο γόνατο
προοδευτικά διαδίδονταν
τα χτυπήματα
στο κορμί
λες και άνοιγαν
οι σύρτες του διάπλατα
υγρή στίλβη με διαπερνούσε
-blast!-
τέτοιες χίμαιρες στην αταξία μου
προσομοιώνονται βαθμιαία
με μονομαχίες
να με ποιους τρόπους αγαπηθήκαμε
από παλιά ως τώρα
με διπλωπίες
και κομφουκιανή αγωγή
να γλιστράμε φοβισμένοι
σε λέξεις
να μη βλέπουμε
το λάγνο αίμα
στη σκοτεινή ρωγμή
τις σταθερά επίμονες τανάλιες
να χορέψουμε τα μπλουζ
με αργά βήματα
διαλύοντας κάθε
προηγούμενη εγγραφή
όλα αυτά σημείωνα κι έσβηνα
σκέφτηκα τις χαλασμένες εικόνες
γιατί μόνο μ’αυτές
γράφει κανείς στίχους
όταν ο άλλος αρχίζει
να τρώει τα νύχια του
σταματάει να λούζεται
ντύνεται ατημέλητα
κι ασιδέρωτα
μόνο τότε γράφονται
στα δίκοπα τετράδια οι στίχοι
νύχια φαγωμένα
πλαδαρό σώμα
σκίτσα σε χοντρό χαρτόνι
ένα αιδοίο κι ένας φαλλός
για να ξεχειμωνιάζουν
τα επιδέξια ένστικτα
ευέλικτη εικόνα
ούτε μαγική ούτε τίποτα
ο προσηλυτισμός
πάντα δεσμεύει το φαιότερο
ποιητικό αίτιο για τα βολέματα
σαν ατελής αλκυονίδα
ολόσωμο και χθόνιο
στο πεδίο βολής
επίθεμα που φεγγοβόλο
κοστίζει τα ξεκλειδώματα
η σκουριά καταπίνεται
όταν γράφεις αγαπώντας
τον άλλον
περισσότερο
από τον εαυτό σου