Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

Σελnvάkaτos





Άφησα τη γάτα να βαδίζει πάνω κάτω στα πλήκτρα του πιάνου.Κάθησα στην άκρη του κρεβατιού.Από κει βλέπω όλη τη θάλασσα.Μου έδειξες έναν άδικο τοίχο.Σ’αυτόν απόκρημνα σημειώματα της ζωής να βοά:«ο άρτος ο επιούσιος ο κήπος οι αποστάτες o πόλεμος ο θάνατος».Υποθήκη άβολες νύχτες κατσαρόλες με βραστό νερό κι αλάτι εκπέμπουν sos στο ρεαλισμό.Εσύ το ομολογημένο νήπιο στο ηλεκτρικό φως να με αγγίζεις-χτιστό ως το κεφάλι.Κάθομαι άκρη άκρη στο κρεβάτι-γέρνω το κεφάλι στην κουπαστή.Από δω βλέπω πώς ρίζωσε το καινούριο μαύρο στο βράχο-Πώς στάζει η βρύση...Μια καρτ ποστάλ από την πιο Άγονη γραμμή της παλάμης-σερπαντίνες από κάποια γιορτή-Τούλια και κουφέτα και ροδοπέταλα από κάποιο γάμο.Σκουπίζω τα μάτια και το πάτωμα-Από τις χαρτόκουτες λιποτακτούν προδομένα-κάποια λόγια θλιβερά παρατεταμένα -μην αναφέρει κανείς το ψύχος-μην πει κανείς πόσα χρόνια θα μου χρειαστούν να σε ξοφλήσω.Υπόσχομαι να δουλεύω νύχτα μέρα να λιώσω να κοιμάμαι στα παγκάκια θ’ανεβαίνω στα βράχια να πέφτω στο θέρος με φόρα να τρώω στα σκαλοπάτια ντομάτες και καρπούζι να πίνω ληγμένα γάλατα-άλλος θα μου χαρίζει ζαχαρωτά.Τότε θα μπορώ να πεθάνω ήμερη. Μπορεί ν’απολιθωθώ ή με μια σεληνάκατο να διασχίζω το γαλαξία.Έτσι μπορεί.Η λευκή γάτα πατάει ακόμα χαρούμενη και γαλήνια στο πιάνο εγώ λυγίζω και ζητάω να διαρκέσεις.Μετά πηγαίνω στο ντουλάπι και παίρνω τη χλωρίνη τρίβω τα πλακάκια τους νιπτήρες τους τοίχους μέχρι που τα αποφλοιώνω τελείως -γάντια δεν φοράω κι έτσι στο δέρμα μου πέφτουν ήχοι σαν κέρματα από τις βαρκούλες των νεκρών στον Άδη και χιόνι κόκκινο με σκεπάζει. σαν να άξιζα αυτό το μαρτύριο-αυτό λέω-για τη συνέργεια ή τη συνενοχή μου στην απιθανότητα θάλασσας στο χάρτη σου-η φωταύγεια με παρασύρει σε αλιευτικούς κανόνες. Έπειτα λούζομαι κι ακουμπάω τα βρεγμένα μαλλιά στο πέλος του χαλιού που μοιάζει με λατομείο που με σκάβει-είναι ο δολοφόνος μου- και το όρυγμα είναι έμβρυο χαμογελαστό αλλά τελείως ασάλευτο μου τραβάει τα μαλλιά και πονάω μπορώ ν’απλώσω το χέρι και να κόψω το νήμα σύρμα καλώδιο όταν χρειαστεί να το περάσω πάνω μου σφιχτά μη! μου λερώνεις το πάτωμα που μόλις σφουγγάρισα γατούλα-άφησες το πιάνο…μη!Δε θα’θελα να δω τη μέρα ξανά.Με θαμπώνει τόσο παράταιρο φως-Τράβα τις κουρτίνες να κοιμηθούμε-Δεν θα’θελα να ξυπνήσω ξανά μέρα.Θα σε πάρω αγκαλιά πεθαμένο μου χαμογελαστό μικρό και δεν θα ξυπνήσουμε Ποτέ χωριστά. Θα ζούμε όλες τις αιώνιες νύχτες παρέα.Εμείς θα χαμογελάμε ακόμη και στο κακό.Αποθηκεύομαι στο συρτάρι με τα τελευταία μικροπράγματά σου εκεί μέσα ανάβω ένα σπίρτο καίγεται κι άλλο ένα κι άλλο ένα φαίνονται πια οι αόρατες πληγές με ρημαγμένους φράχτες δεν έχουν τι να φυλάξουν δεν έχουν τι να πρωτοφυλάξουν μερικές κιμωλίες από τότε που γράφαμε στον πίνακα για τις αιχμαλωσίες-μια φωτογραφία από τον δικό σου αδιάβαστο θώρακα-μια ακτινογραφία αδιάβατη απ'όλη τη συντριβή μου διάλεξα εκείνη που κάνει τις φλέβες να καταχτυπάνε στο κορμί ατμομηχανές το σώμα είναι τρένο-δεν ζητούσα και να σφαχτώ απλώς επειδή η φύση μου είναι πολεμοχαρής. Ποτέ δεν έγινα ερωμένη αγίων-Στο χαλασμό διαθλώμαι-πλένω τα εσώρουχα με μέντα στα βράχια και καταργώ βράδια-διαψεύσεις σπασμένα μολύβια ποιος μένει ποιος έφυγε-ως το Φεβρουάριο που βγαίνει κάποιο όνειρο θα ξέρουμε γιατί παράκτια και αμετάβλητος η Άνοιξη περιμένει εκδίδει εισιτήρια ρόδινα αλάνθαστα για ολάνθιστες ρυτίδες -Υποσφάγματα καταμεσής των ματιών. πώς ν’αλλάξει ο καιρός φορά και τέμενος εδώ τον λατρεύουμε αδιάλειπτα και με τόση ορμή πώς ν’αλλάξει ο καιρός τροχιά-"θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές της παλάμης η Μοίρα σαν κλειδούχος" μένει πάνω μας ο καιρός βδέλλα και δήμιος από το κρεβάτι που σταμάτησαν οι δείκτες να γυρίζουν-κάποτε δείχνουν σωστά την ώρα-περνάει το τρόλεϊ και μια πόρνη με ανορέξια νερβόζα ανεβαίνει. Μια πόλη ολόκληρη αυτό το δωμάτιο.  Δεν έχω προσευχή για σένα-τι κρίμα-ευδόκιμα δολοφονώ το εν υπνώσει ερειπωμένο δάσος παρηγορητές καταβάλλουν φόρους σε βόστρυχους αιδοίου και τα καταβληθέντα σπερματικά απολεπίζουν σταδιακά το κορμί-παίρνουν φως σιγά σιγά τα σπλάχνα να!Κασσάνδρες παγιδευμένες σε σούστες αδιάφθορες με μακρά σταδιοδρομία στην οδύνη-εταίρες με γονίδια του ματαίου-επιδοτήσεις και χορηγίες-από παραληρούντες μόνο παρακαλώ-να κλείσει το πιάνο και το παράθυρο παρακαλώ-να πάρει κάποιος τη γάτα μακριά-να μη βλέπει κανείς παρακαλώ-λυγίζω γονατίζω-όχι για προσευχή-είπαμε δεν έχω σκύβω κάτω από το κρεβάτι-μήπως κάποιος πεθαμένος μου-άφησε το λευκό χαρτάκι της ανάστασης. Κι από σένα τίποτα βλέπεις Δεν θέλω και Δεν ζητώ.Ο οφθαλμός σου πάνω μου αραίωσε πολύ Λατρεμένε τους.Εγώ μόνο στα στάχυα που αγριεύουν εντός μου...Μόνο σε κείνα θα πιστεύω και θα ορκίζομαι...Μόνο εκείνα ελπίζω να σε θερίσουν όπως μας θέρισες.