Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

No money No honey




Οι πλανόδιες μπότες μου
Πουλιούνται στην αγορά
Σε απαγορευτικές τιμές
Δεν στο είπα-
Στέκονται ατάραχοι και τις κοιτάζουν
Σαν βουβά λιοντάρια
Ούτε αυτοί ξέρουν
Πόσο άγριο καπνό ξεφυσάει κάποιος
Για να ευτυχήσει στην αιχμαλωσία
Ίσα που κουνήθηκε σε μια παύση
Βλάστησε ανάμεσα στο φέρετρο
Και σε σωστικό ανασκαφής
Ένας μικρός τρόμος στα βλέφαρα
Τον ανάγκασε να φάει τα χαλίκια
Αντί για τα ψίχουλα
Τις πλανόδιες μπότες μου
που πουλιούνται στην αγορά
Σε τιμές απαγορευτικές
Ένας σκούφος τις χάιδεψε τρυφερά
Γλιστρώντας απ’το κεφάλι της Εύας
Φέρνοντας κακές ειδήσεις
Σ’ένα χαρακάκι
Νο money-no honey
Βούρκωσε ο Αδάμ
Με τηλεβόα στο φωνάζω-
Εγώ είμαι γυναίκα της οδύνης
Το αλφάβητο με δυσκολία οι μήνιγγες
Το ακολουθούν στη χηρεία των επιστολών
Οι πλανόδιες μπότες μου ακούνε τους
Υπεραστικούς σφυγμούς
Η σκέψη πως ο τυφλός
δεμένος στον αφανισμό του
Διορθώνει τα γονίδια
όπως γραπτές δοκιμασίες
Μεταξύ διαλειμμάτων και διλημμάτων
Μου παίρνει πάνω από τις μισές εκπνοές
Δεν έκλαψα-απέτυχα
Φάντασμα που αρπάζει ό,τι μπορεί
Από θριπτή ωλένη  για να γίνει απτό
Έχει αναπνοή που βρωμάει φτηνή ρετσίνα
Κι εγώ δεν θέλω να γλυκάνω
Κανένα έγκλημα του αδιάβαστου πόνου
Μην το πεις σε κανέναν
Ή πες το σ’όλους-αδιάφορο.