Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

Καραβάνι







Φωσφόριζαν στο σκοτάδι-άτρακτοι σεληνάκατου
μικρές σπίθες απ’την ψυχή των αστεριών
απ’την ψυχή του πιο μυστικού θεού
μ’εκείνο το μπλε που κάνει τα στόματα φάρους
για όσα άρρητα φώτισαν στο πάντα και στο ποτέ
λέξεις αντίρροπες που μιλιούνται την ίδια στιγμή

Ακόμα δεν ακούγονταν ο παραμικρός ήχος
η νύχτα άλλωστε έχει τις δικές της ανάσες-ανεμόσκαλες
με μια κίνηση μωρού όταν πρωτοξυπνάει
στο ατέρμονο μαύρο τ’ουρανού της

Ήμασταν-λέει-σε καραβάνι
όλο τραγούδια και γέλια κι εωθινά μυστήρια
Σπαθιές και πέτρες εξόδια πάθη και γκρεμούς
όλα τα’χα ξεχάσει ή τα άφηνα σ’εκείνο το άσπρο
του γέλιου σου-πήγαινα πήγαινα μαζί του
Με είδες! Μην το αρνηθείς…
πηδούσα πάνω απ’τις φωτιές
στο κατάλευκο που μου άνοιγε δρόμο
Πέρα απ’τις σκιές-μακριά απ’τις αδειασμένες ελπίδες
συνειδητοποιούσα το λιώσιμο σ’ένα κοινό σώμα
σ’ένα ζεϊμπέκικο τραγούδι τον ψαλμό
την απονιά στο ποτέ
την πίστη στο πάντα
-ναι- σ’έναν αμανέ μαζί καμιά φορά-

Κι έχει αυτό τη μοίρα του απρόοπτου
σαν ξεχασμένο εικόνισμα που
το χαϊδεύεις τρυφερά
σε μια εκκλησία ξερή μετά από πυρκαγιά
σαν μαγιάτικο στεφάνι που
το ξεχνάει ο καιρός
φορτωμένο λεπίδες γιασεμιού
στο όρος των ελαιών-στάχτη

Έτσι αγγίζουν πια τα χέρια μου
εικονίσματα όχι εικόνες
έτσι τραντάζεται η όσφρησή μου
από μύρα όχι περιττώματα
έτσι υπάρχει η γεύση μου
στ’αγιάσματα όχι στα ξερατά
έτσι αγγίζουν πια τα χέρια μου
όπως τα χείλια φιλάνε χείλια
μέχρι το λιώσιμο σ’ένα στόμα

Και λέω από κει ν’αρχίσω
να με πάρει ο ύπνος ο παντοτινός
μέσα στις φλέβες σου που σφιχτά
αγκαλιάζουν όλο το αίμα μου

Βροντάνε οι πόρτες πίσω μας
σε όσο πόνο ξεχάσαμε πως είναι
δικός μας