Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011

Η βαλίτσα






Σταυρώσαμε τα πόδια με τέσσερα καρφιά
Μας πήγαν τα εμπόδια κόντρα στην ομορφιά
Πρόσφυγας στην παλάμη σου,πρόσφυγας στη γλυφίδα
Διακινείται ακύρωση-χρόνια- που εγώ δεν είδα.

Ακραίμονας στο δέντρο σου, γέρνω στα ναυπηγεία
Περί τα μέσα του έρωτα ξυπνάς στην Ωγυγία
Θέλει η αγάπη άρνηση και τόπο για ν’ανθίζει
Απλώνει και τις ρίζες της σ’αυτό που δεν γνωρίζει

Απ’τη βαλίτσα όλο αναβλύζει
Το σταυρουδάκι που βασανίζει
Από την όψη από την κόψη
Μόνο τον άνεμο,αυτόν μη διώξει

Συχνά έχω την αίσθηση,η άγρια χλωρίδα
Πως είναι του ακύρωτου η μάταιη πατρίδα
Όσο για κείνα που κρατούν τα μάτια διπλωμένα
Στο μνήμα σου, στο άστρο σου, δειλά αφηρημένα

Άπυρη σφαίρα διάλεξες να ρίξεις στα φτερά
Φασκιώνεις τις αναβολές σαν να’τανε μωρά
Έκτοτε πια κατέφυγες στου βίου σου το τέλμα
Ο ασθενής παρέλυσε από και ως το πέλμα

Απ’τη βαλίτσα να καμαρώνουν
Τα σταυρουδάκια που μας ενώνουν
Από τα αντίξοα από τα πρίμα
Από την Πέραμο κι από τη Λίμα

Σκιστήκανε τα φίμωτρα στην υστερογραφία
Σενάρια μεταμόρφωσης στηρίζουν τα λοφία
Αλίμενη κι αθύρωτη περνάω στο σιδηρούν
Όσοι μου το διδάξανε να πάνε να πνιγούν

Τίποτα δεν μου έμαθαν εκτός από το βράχο
Να πέφτω να γκρεμίζομαι κι απ’την αρχή να γράφω
Πάπυρους που μου έστρωσες για ν’αποκοιμηθείς…
Ήταν της ήττας η αρχή-όχι τρόπος ευθύς

Απ’τη βαλίτσα κυλάει μια πέτρα
Πόσα σκοτώνει κάτσε και μέτρα
Από τα βάθη από τα πάθη
Απ’τα αισθήματα-όχι απ’τα λάθη

Εσύ το ξέρεις σίγουρα,δεν είμαι η Σταχτοπούτα
Φτερά,στάχτη και πούπουλα τα σφράγισα στην κούτα
Ζήσε λοιπόν το βίο σου αβίωτο ισοβίως
Γίνε στυλίτης στο κενό και σφράγισέ τα ομοίως.