Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Tρία ποιήματα της Άννας Παυλίδου





Στον Κάλαμο ανέβαινες το ποτάμι ανάποδα κάθε μεσημέρι
Σε περίμενα με το φεγγάρι μπλεγμένο στα μαλλιά.
Έδενες στη χαίτη του το ξανθό μωρό
που τάιζες κι έβγαζες απ' τις τσέπες σου
πάντα μετά το φιλί.
Κάθε μέρα μαλώναμε να του δώσουμε όνομα
αλλά ποτέ δε συμφωνήσαμε.


Έμεναν σάρκες στα πλατάνια απ' τους καυγάδες
ενώ στη θάλασσα ξεχνούσαμε,
δένοντας τις πληγές με φύκια κι αλάτι.
Επιστρέφαμε από τον κόλπο στις πηγές.
Φτύναμε με αναίδεια κουκούτσια από καρπούζι
στα πόδια του Αυγούστου
φυτεύαμε τον έρωτα στα μούσκλια και
τις πέτρες του χειμάρρου.


Στο τέλος του καλοκαιριού πήρες το φεγγάρι
να φέγγει το δρόμο σου, του ξενιτεμού.
Χάρισες το μωρό στην πρώτη που σου ζήτησε ένα τσιγάρο.


Αν με ρωτούσες,
θα μπορούσαμε να το είχαμε δώσει
για υιοθεσία στους Κενταύρους.
Θα είχε τώρα μια εστία
ένα όνομα
αρχή για να σε ψάξω...

*******


 
Οι δυο τους σ’ ένα πελώριο μαύρο αυτοκίνητο που κυλάει μαλακά στη νύχτα Φτερά αγγέλων στις μυγδαλιές του Φλεβάρη Κρύβουν το παρελθόν και επιστρέφουν το μέλλον Το γέλιο μαθαίνει ξένες γλώσσες στ’ αηδόνι δευτερόλεπτα πριν τη μετωπική σύγκρουση με τη στιγμή Εκείνος βλέπει όνειρα ευθανασίας Εκείνη βγαίνει –βόλτα στον ύπνο του- και γιατρεύεται.



Cut

******


Τα φιλιά τα σβήσανε οι στάχτες - από αιώνες δικές μας.   

Όμως στη μήτρα μου το παιδί

που δεν γεννήσαμε ψήλωσε ως την καρδιά κι άρχισε

να μου μαθαίνει ένα-ένα τα γράμματα.  

Υπομονή Αγαπημένε-

μέχρι τη μέρα που θα βρεθούμε ξανά

Κυριακή πρωί καλοκαίρι στη σκάλα του λιμανιού

Θα πετάξουμε τότε στο κύμα βότσαλα

απ'τις μέρες του έρωτα

θα ταϊσουμε τους γλάρους με όλες τις ανείπωτες λέξεις

που σκεπάζουν τις νύχτες μας

Λεύτεροι κι Αληθινοί θα αγκαλιαστούμε

οριστικά χωρίς φιλί και χάδι με μια ζωή-

αλφαβήτα να χωράει στο σ'ΑγαπΩ

Και με τις στάχτες θα ζυμώνεις πια τα γλυκά

και θα πλένω τ'ασπρόρουχα