Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

i'm in heaven



Περνούσαν φορτηγά στον δημόσιο-ήμουν σίγουρη.Κάθε πρωί έβαζα το ίδιο στοίχημα με τον εαυτό μου,μέχρι που τέλειωσα το Λύκειο.Περνούν νταλίκες τώρα-δεν περνούν.Έτσι κι αλλιώς τις παραμονές των γιορτών υπήρχε εθιμοτυπικό.Ξύπναγα νωρίς για τις ετοιμασίες του σπιτιού και για να βοηθήσω τη μάνα μου στη μαγειρική και στο τραπέζι.Πίσω από τον πυκνό κισσό του κήπου μας συρρικνώνονταν τα φορτηγά και άκουγα το θόρυβο μόνο ενώ τα φανταζόμουν σαν φάλαγγες μυρμηγκιών.Μαύρες κουκκίδες μέσα στο καρπούζι.Σπόρια σ’έναν γυμνό λαιμό.Φόραγα την ξεθωριασμένη μπλούζα,το τζιν,το κάστορ και πριν απ’όλα έπαιρνα για λίγο το ποδήλατο στην κατηφόρα του Στρατώνα,δίπλα στον Ξεροπόταμο,έψαχνα για γκι.Ίδρωνα και στέγνωνα ίδρωνα και στέγνωνα και επέστρεφα για τα μελομακάρονα,τους κουραμπιέδες και τα σαμπλέ.Οι Μυρμιδόνες συνέχιζαν τους πολέμους,οι Αργοναύτες μόλις ξεκινούσαν την εκστρατεία κι εγώ με σχολική ποδιά-άσπρο γιακαδάκι-και το καθιερωμένο τριαντάφυλλο που κάθε μεσημέρι μου κρέμαγε στ’αυτί ο θείος Μήτσος από τη μοναδική άγρια και κίτρινη εκατόφυλλη του βαμβακοχώραφου-δαγκώνοντας άπληστα το ψωμί με το βούτυρο και το μέλι κοίταγα τα φορτηγά στη δημοσιά.Το χρυσόμαλλο δέρας δεν επέστρεψε ποτέ από την Κολχίδα στην Ιωλκό.Σκοτώσανε τον Ρούντι!Σκοτώσανε τον Ρούντι!Έδωσε μια κι έσπασε την αλυσίδα της η Μαύρη Λαίδη,να τρέξει με χίλια,να προλάβει τα νέα με γαβγίσματα.Σκοτώσανε τον Ρούντι.Τον ξέφτισαν οι έρωτες.Φτερό-φτερό.Πόντο-πόντο.Πόνο με πόνο.Πετάγονταν έξω απ’τα σπίτια κι οι δύο αδερφές πρώτες.Η Ευθαλεία και η Χρυσώ-γεροντοκόρες-που κείνη την ώρα-βαριά Χριστούγεννα με χιόνια στο καμπαναριό του Άι Νικόλα και πάγο στο λιβαδάκι-τινάζανε με τους κόπανους τα παχιά τους χαλιά.Ο Βάγγος που έφερνε τις Ουκρανές στο Κόπα Καμπάνα-τύφλα απ’το βραδινό μεθύσι έβριζε,έφτυνε και κατέβαζε καντήλια.Και η Μαιρούλα που πριν χαράξει κάθε μέρα έβαζε ξυπνητήρι κι έβαφε τα νύχια της κατακκόκινα-όπως άρεσαν στο αγόρι της τον Αχιλλέα- τα καμάρωνε στο ημίφως του πορτατίφ για κανένα τέταρτο και μετά τα ξέβαφε άρον άρον μην ξυπνήσει η μάνα της και τα δει και τη φωνάζει πουτάνα.Κι ο Γιαννάκης κρυφά στην ταράτσα της Γιωργίας να φτιάχνει στο καμινέτο με μεράκι τον ελληνικό του-νταήδικο και σκέτο-δεκατεσσάρων χρόνων παιδί-και να ρουφάει ηδονικά την πρώτη τζούρα του τσιγάρου. Η Λέλα γκρίνιαζε-στο κρεβάτι ακόμη- στον άντρα της,να της πάρει εκείνο το πλατύγυρο μαζί με τα μαύρα λουστρίνια γάντια-να πηγαίνει τις Κυριακές στην εκκλησία να σκάει η Μαγδαληνή- που της τα’χε τάξει από πρόπερσι την Πρωτοχρονιά.Μέχρι κι η Βαγγελή τόλμησε να γκρινιάξει κείνο το άγριο πρωινό επειδή ο Τσαμτσάκης την έβαζε κάθε παραμονή της Γέννησης και ζύμωνε πέντε φραντζόλες και μετά ξεροτήγανα και μετά χοιρινά και μετά αρνάκι στη λαδόκολλα και ανήμερα εκείνη ήταν πτώμα κι αυτός λιώμμα από τη χοληστερίνη.Κι ο Ανδροκλής-το βλαμμένο-που ανάμεσα στα κάτω δόντια του φύτρωνε ένα τρίτο πεταχτό-πιο ψηλό απ’τα άλλα-κι όταν σου χαμογέλαγε ήταν σαν να σου έκανε κωλοδάχτυλο.Βγήκε κι η Βγενούλα του Σπυριδάκη-χήρα από χρόνια κι άκληρη-με τον αδερφό της στο καρότσι να γλείφει την άχνη του κουραμπιέ απ’την πιατέλα, στο τραπέζι.Δεν είχε χέρια-ούτε πόδια είχε.Έπεσε απ’το μπαλκόνι το ίδιο βράδυ που η αρρεβωνιαστικιά του έφυγε με τον Πίπη τον ψαρά για την Αμέρικα.Και δυστυχώς έζησε.Κι η Στελλίτσα φαρμακώθηκε-με κινίνα και ασπιρίνες- επειδή τον ήθελε χωρίς χέρια χωρίς πόδια κι εκείνος την έδιωχνε.Στο καρότσι.Ατέλειωτα χρόνια.Γιορτές-Καλοκαίρια-Επετείους-χωρίς χέρια και χωρίς πόδια.Μόνο λεφτά είχαν.Πολλά λεφτά.Τον μισό κάμπο δικό τους.Τσιφλικάδες.Αλλά έρημοι.Σιγομουρμούριζε κι αυτή «καλά να πάθει ο Σατανάς.καλά του έκαναν του πούστη,του παιδεραστή».Τέτοια ξεστόμιζε η Βγενούλα μόνο όταν την άκουγε ο άλλος της εαυτός.5η Πάροδος Μουσσών και Ασωμάτων τον φίμωσαν τον Ρούντι- τον έπνιξαν-τον κατάκλεψαν-τον μαχαίρωσαν και πάει.Κι έμεινε η κυρά Σκεύω με τα βότανα που του μάζευε όλα τα πρωινά-η μάνα του-να τον κλαίει.Ατέλειωτα χρόνια.Κι έμεινε η γειτονιά πίσω απ’τις κουρτίνες να λέει να λέει κάτι λογάκια δεσποτικά-ασήκωτα που βαραίνουν ακόμη τα χιονισμένα μανταλάκια του Δεκέμβρη. Έμεινα κι εγώ πάνω απ’τον τάφο του Ρούντι -άνθιζε στο καταχείμωνο ένα μόνο γελασμένο κλαδί αμυγδαλιάς-περνούσαν φορτηγά κουκκίδες σπόρια καμπάνες-βάζω στοίχημα- με πεσμένο στόμα.